Η εσωτερική ένταση στο πολιτικό σκηνικό και ειδικά στον χώρο της Κεντροαριστεράς λαμβάνει πλέον χαρακτηριστικά ανοιχτής σύγκρουσης, με δύο παράλληλα μέτωπα να εκθέτουν όχι μόνο τις στρατηγικές αντιφάσεις αλλά και την αδυναμία συγκρότησης συνεκτικού πολιτικού αφηγήματος.

Από τη μία, το ηχηρό άδειασμα προς τον Νίκο Ανδρουλάκη από τον πρόεδρο του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, και από την άλλη, η κλιμακούμενη σύγκρουση με τον Χάρη Καστανίδη συνθέτουν ένα σκηνικό πολιτικής φθοράς χωρίς σαφή διέξοδο.

Η παρέμβαση Χατζηθεοδοσίου δεν ήταν απλώς μια διαφωνία επί της ουσίας. Ηταν ένα πολιτικό μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες. Οταν ο πρόεδρος ενός θεσμικού φορέα της αγοράς χαρακτηρίζει «εκτός τόπου και χρόνου» τις προτάσεις για τετραήμερη εργασία και 35ωρο, ουσιαστικά ακυρώνει στον πυρήνα του το αφήγημα που επιχειρεί να οικοδομήσει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ. Δεν πρόκειται για μια τεχνική ένσταση. Είναι μια ευθεία αμφισβήτηση της πολιτικής επάρκειας και της επαφής με την πραγματικότητα. Η συγκεκριμένη τοποθέτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς ότι προέρχεται από έναν χώρο που παραδοσιακά διατηρεί δίαυλο επικοινωνίας με την Κεντροαριστερά. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα δεν είναι απλώς επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό: όταν ακόμη και «φιλικά» ακροατήρια απορρίπτουν τις προτάσεις σου ως ανεδαφικές, τότε το ζήτημα δεν είναι πώς θα τις επικοινωνήσεις καλύτερα, αλλά αν στέκουν πολιτικά.

Η επιλογή του Ανδρουλάκη να επενδύσει σε ένα αφήγημα εργασιακών αλλαγών, χωρίς προηγουμένως να έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής τους, μοιάζει περισσότερο με επιχείρηση εντυπωσιασμού παρά με συγκροτημένη πολιτική πρόταση. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση ενισχύεται από τις αντιδράσεις που προκαλεί. Η αγορά δεν πείθεται, οι μικρομεσαίοι δεν βλέπουν εφαρμόσιμες λύσεις και η κοινωνία παρακολουθεί μια συζήτηση που μοιάζει αποκομμένη από τις πιεστικές ανάγκες της καθημερινότητας.

Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό του κόμματος, η σύγκρουση με τον Χάρη Καστανίδη εξελίσσεται σε έναν πόλεμο φθοράς χωρίς κανόνες. Ο Καστανίδης, με τη θεσμική του διαδρομή και τη σαφή πολιτική του ταυτότητα, δεν περιορίζεται σε υπαινιγμούς. Αντιθέτως, επιλέγει την ευθεία αμφισβήτηση, θέτοντας ζητήματα στρατηγικής, κατεύθυνσης και πολιτικής αξιοπιστίας. Η σύγκρουση αυτή δεν είναι προσωπική. Είναι βαθιά πολιτική.

Από τη μία πλευρά, μια ηγεσία που επιχειρεί να επανατοποθετήσει το κόμμα με όρους σύγχρονης ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας και, από την άλλη, μια φωνή που υπενθυμίζει τις ιστορικές ρίζες και απαιτεί καθαρό πολιτικό στίγμα. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αντιπαράθεση δεν παράγει σύνθεση. Παράγει διάσπαση. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγαλύτερο αδιέξοδο. Το ΠΑΣΟΚ δείχνει να αδυνατεί να απαντήσει σε ένα βασικό ερώτημα: τι ακριβώς θέλει να είναι. Κόμμα διαμαρτυρίας; Κόμμα εξουσίας; Κόμμα ισορροπιών; Η ασάφεια αυτή τροφοδοτεί τις εσωτερικές συγκρούσεις και ενισχύει την εικόνα πολιτικής αστάθειας. Η εικόνα που διαμορφώνεται προς τα έξω είναι ακόμη πιο προβληματική. Ενα κόμμα που δέχεται δημόσια κριτική από θεσμικούς εκπροσώπους της αγοράς και ταυτόχρονα «ματώνει» εσωτερικά από διαρκείς αντιπαραθέσεις, δύσκολα μπορεί να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης. Και αυτό δεν αφορά μόνο το ΠΑΣΟΚ. Αφορά συνολικά τον χώρο που επιχειρεί να εκφράσει.

Σε μια περίοδο όπου η κοινωνία αναζητά σταθερότητα, ρεαλισμό και καθαρές λύσεις, οι εικόνες αυτές λειτουργούν αποτρεπτικά. Η πολιτική δεν συγχωρεί την ασάφεια ούτε την εσωστρέφεια. Και όταν αυτές συνδυάζονται, το αποτέλεσμα είναι η απώλεια αξιοπιστίας. Το άδειασμα από τον Χατζηθεοδοσίου και η σύγκρουση με τον Καστανίδη δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά. Είναι συμπτώματα μιας βαθύτερης κρίσης ταυτότητας. Μιας κρίσης που, αν δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, κινδυνεύει να παγιώσει το κόμμα σε έναν ρόλο δευτεραγωνιστή, εγκλωβισμένου ανάμεσα σε φιλοδοξίες και πραγματικότητα.

Το ερώτημα πλέον δεν είναι αν υπάρχουν διαφωνίες. Αυτό είναι δεδομένο σε κάθε ζωντανό πολιτικό οργανισμό. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει η πολιτική βούληση να μετατραπούν σε δημιουργική σύνθεση ή αν θα συνεχίσουν να λειτουργούν ως παράγοντες αποδόμησης. Μέχρι στιγμής, τα δεδομένα δείχνουν το δεύτερο. Και σε αυτή τη συγκυρία, το πολιτικό κόστος δεν είναι θεωρητικό. Είναι υπαρκτό και μετρήσιμο. Κάθε δημόσια σύγκρουση, κάθε αμφισβήτηση, κάθε άδειασμα αφήνει αποτύπωμα. Και το αποτύπωμα αυτό, όσο συσσωρεύεται, μετατρέπεται σε πολιτική φθορά που δύσκολα αναστρέφεται.