Την εκτίμηση ότι η Γαλλία διαθέτει πλέον το απαραίτητο νομικό οπλοστάσιο για να επιστρέψει στην Αθήνα τμήματα από τον γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα διατύπωσε η Κατερίνα Τιτή.
Η Ελληνίδα δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS), με άρθρο της στην έγκριτη γαλλική εφημερίδα Le Monde, ανέλυσε τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται γύρω από το φλέγον ζήτημα της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Η κυρία Τιτή εστιάζει τη νομική της επιχειρηματολογία στη νέα γαλλική νομοθεσία που υιοθετήθηκε επίσημα στις 7 Μαΐου, η οποία τροποποιεί το αυστηρό καθεστώς του «απαλλοτρίωτου» των γαλλικών δημόσιων συλλογών. Σύμφωνα με την ίδια, ο νόμος αυτός ορίζει συγκεκριμένες προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορούν να επιστραφούν πολιτιστικά αγαθά στις χώρες προέλευσής τους, και τα θραύσματα του Παρθενώνα που εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου πληρούν απόλυτα αυτά τα κριτήρια.
Στο άρθρο της αναφέρει ότι ενώ έχει γίνει πολλή συζήτηση για την υπόσχεση που έδωσε ο Πρόεδρος Μακρόν το 2017 σχετικά με την επιστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς της υποσαχάριας Αφρικής, η τύχη των λεηλατημένων αρχαιοτήτων — είτε πρόκειται για αιγυπτιακές, ελληνικές, ετρουσκικές ή ρωμαϊκές — παρέμεινε στη Γαλλία ένα θέμα ταμπού. «Η οριστική υιοθέτηση από το Γαλλικό Κοινοβούλιο του νέου νόμου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών χαρακτηρίστηκε ιστορική και πιθανότατα είναι» υπογραμμίζει η Ελληνίδα ερευνήτρια, επισημαίνοντας ωστόσο ότι ο νέος νόμος θέτει σημαντικούς περιορισμούς. Πρώτον, καθιερώνει ένα χρονικό όριο: το 1815. Μόνο οι παράνομες αποκτήσεις που πραγματοποιήθηκαν μετά από αυτή την ημερομηνία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του. Δεύτερον, προβλέπονται εξαιρέσεις: εξαιρούνται αρχαιολογικά έργα που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο συμφωνίας διαμοιρασμού ευρημάτων από ανασκαφές ή μέσω ανταλλαγής για τη διεξαγωγή επιστημονικών μελετών.
«Για να κατανοηθεί η πραγματική εμβέλεια του νόμου, πρέπει να πραγματοποιηθεί εις βάθος έρευνα σχετικά με την προέλευση κάθε αρχαιολογικού αντικειμένου, γεγονός που συχνά δυσχεραίνεται από την έλλειψη εύκολα προσβάσιμων πληροφοριών» σημειώνει η Κατερίνα Τιτή, επισημαίνοντας ότι η εξέταση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης — των θραυσμάτων του Παρθενώνα στο Μουσείο του Λούβρου — μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα διαφωτιστική.
Όπως αναφέρει, το Μουσείο του Λούβρου διατηρεί μεγάλο αριθμό ελληνικών αρχαιοτήτων, ανάμεσά τους και ορισμένα θραύσματα του Παρθενώνα — κάποια επιβεβαιωμένα, άλλα πιθανολογούμενα. Δύο από αυτά «ανακαλύφθηκαν» το 1788 και το 1789 από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φοβέλ (1753-1838), ζωγράφο, διπλωμάτη και αρχαιολόγο, ο οποίος τότε εργαζόταν για τον πρέσβη της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Φοβέλ, όπως αναφέρεται στο άρθρο, είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον εργοδότη του, τα λόγια του οποίου έχουν μείνει στην ιστορία: «Πάρτε ό,τι μπορείτε, χρησιμοποιήστε κάθε δυνατό τρόπο, αγαπητέ μου, για να λεηλατήσετε στην Αθήνα και στην επικράτειά της οτιδήποτε μπορεί να λεηλατηθεί (...). Μη λυπηθείτε ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς». Συνεχίζοντας, η Κατερίνα Τιτή αναφέρει τα εξής: «Όταν έέφτασε στη Γαλλία, το πρώτο από αυτά τα δύο θραύσματα, το οποίο ανήκει στη ζωφόρο του Παρθενώνα και είναι γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, κατασχέθηκε από τους επαναστάτες το 1792. Η ένταξή του, επομένως, στη δημόσια περιουσία προηγείται του χρονολογικού ορόσημου του 1815. Τι συμβαίνει όμως με το δεύτερο θραύσμα, μια μετόπη που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα; Αυτό αποκτήθηκε από το Μουσείο του Λούβρου το 1818, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας. Επομένως, θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και να επιστραφεί. Τα υπόλοιπα θραύσματα που θεωρείται ότι ανήκουν στον Παρθενώνα αποκτήθηκαν πολύ αργότερα. Μία κεφαλή που ανήκε σε μετόπη πωλήθηκε στο Μουσείο του Λούβρου το 1880. Μια άλλη κεφαλή πωλήθηκε το 1927, ενώ μια τρίτη κεφαλή, η οποία ενδέχεται να προέρχεται από τη ζωφόρο, δωρήθηκε το 1916».
Μόνο ένα αρχιτεκτονικό θραύσμα του Παρθενώνα είχε αποτελέσει δωρεά πριν από το 1815, σημειώνει η Ελληνίδα δικηγόρος, υποστηρίζοντας την άποψη ότι πολλά από αυτά τα θραύσματα θα μπορούσαν, επομένως, να εμπίπτουν στον νόμο για τις επιστροφές. Συνεχίζοντας, η Κατερίνα Τιτή θέτει το ερώτημα αν ο νέος νόμος εφαρμόζεται σε αντικείμενα που λεηλατήθηκαν, κλάπηκαν κ.λπ. πριν από το 1815, αλλά εντάχθηκαν στη δημόσια περιουσία μετά από αυτή την ημερομηνία. «Ο νόμος δεν χαρακτηρίζει ως παράνομη μόνο την απόκτηση ενός αντικειμένου μέσω κλοπής ή λεηλασίας, αλλά και εκείνη από πρόσωπο που δεν είχε δικαίωμα διάθεσής του. Μπορεί ο κάτοχος ενός παράνομου αντικειμένου να το διαθέσει; Πρέπει να υποτεθεί πως όχι. Άρα, η καθοριστική ημερομηνία θα ήταν εκείνη της ένταξης του θραύσματος στη δημόσια περιουσία» σημειώνει η Ελληνίδα δικηγόρος, η οποία συνεχίζοντας αναφέρει:
«Και τι ισχύει για την πλάκα με τις Εργαστίνες, της οποίας η επιστροφή δεν μπορεί να βασιστεί στον νόμο λόγω της χρονολογίας απόκτησής της; Τα αιτήματα που δεν εμπίπτουν στο χρονικό πεδίο του νόμου δεν επωφελούνται από την απλουστευμένη διαδικασία του. Ωστόσο, η επιστροφή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της ψήφισης ειδικού νόμου κατά περίπτωση». Καταλήγοντας, η Κατερίνα Τιτή αναφέρει τα εξής: «Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η διαδικασία δεν είναι αυτόματη. Όσον αφορά το Μουσείο του Λούβρου και άλλα εθνικά μουσεία, προβλέπεται ότι απαιτείται η έγκρισή τους ώστε ένα αντικείμενο να εξέλθει από τις συλλογές τους. Σε κάθε περίπτωση, μια εις βάθος και λεπτομερής μελέτη της προέλευσης καθενός από αυτά τα θραύσματα του Παρθενώνα είναι πρωταρχικής σημασίας πριν μπορέσει να διατυπωθεί με βεβαιότητα κρίση για την πιθανή τύχη τους, στην περίπτωση που η Ελλάδα τα διεκδικήσει. Παρά τις αβεβαιότητες αυτές, ένα πράγμα εξελίσσεται αναμφίβολα: η πολιτική βούληση να αλλάξει η κατάσταση. Ο νέος νόμος εντάσσεται στη συνέχεια άλλων σύγχρονων πολιτικών σχετικά με τις επιστροφές πολιτιστικών αγαθών, όπως αυτή που υιοθετήθηκε από την Ολλανδία το 2020.
Η Γαλλία, η οποία διατηρεί στενούς διπλωματικούς δεσμούς και σχέσεις φιλίας με την Ελλάδα, θα μπορούσε να επιλέξει μια επιστροφή ακόμη και πέρα από το πλαίσιο του νόμου, εμπνεόμενη από τα παραδείγματα του Βατικανού, της Ιταλίας και του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης, που έχουν ήδη επιστρέψει τα θραύσματα του Παρθενώνα που κατείχαν στις συλλογές τους. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται απολύτως αναγκαίο να εξετάζεται με κριτικό τρόπο η προέλευση των έργων στις δημόσιες συλλογές μας, είτε πρόκειται για αποικιακά είτε για αρχαιολογικά αντικείμενα».