Το σκηνικό στην ελληνική αντιπολίτευση θυμίζει… ζελέ.

Το νέο κόμμα Τσίπρα παρουσιάζεται στα χαρτιά, διότι κανείς δεν έχει δει τις προγραμματικές αρχές ως «συμπαράταξη» σοσιαλδημοκρατίας, ριζοσπαστικής Αριστεράς και πολιτικής οικολογίας. Τρεις διαφορετικοί κόσμοι κάτω από μία στέγη – αν αυτό δεν είναι ήδη η λογική ενός «λαϊκού μετώπου», τότε τι είναι;

Το όνομα ΕΛΑΣ παραπέμπει σκόπιμα σε αγώνες της Αριστεράς με ολίγη από εθνική αντίσταση, και ταυτόχρονα δίνει έναν πατριωτικό τόνο που επιδιώκει να φτάσει πέρα από το παραδοσιακό ακροατήριο του ΣΥΡΙΖΑ. Μια «μεγάλη σκηνή», δηλαδή, χτισμένη να χωράει –προς το παρόν τουλάχιστον– πολλούς. Το γεγονός ότι ήδη ανεβαίνει δημοσκοπικά δεν μπορεί παρά να λειτουργεί σαν μαγνήτης για όσους αλλούς νιώθουν στριμωγμένοι.

Και τώρα η πραγματική… πραγματικότητα: παρά τα όσα δηλώνει με τη σημειολογική του παράσταση, ο Αλέξης Τσίπρας δεν φαίνεται να επιδιώκει τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από τη διάλυση σε βαθμό εξαφάνισης όλων των άλλων απογόνων της όποιας Αριστεράς και την κατάκτηση μιας και μοναδικής ηγετικής καρέκλας του αριστερού θρόνου.

Στα δύο το ΠΑΣΟΚ

Όσον αφορά το ΠΑΣΟΚ, επισήμως η απόσταση από την ΕΛΑΣ είναι μεγάλη· κάποιοι μιλούν ακόμα και για «μη όμορα» κόμματα, και ο Ανδρουλάκης έχει βάλει κόκκινες γραμμές, προειδοποιώντας ότι όποιος αποκλίνει από τη γραμμή θα διαγράφεται.

Κι όμως, στελέχη του Πολιτικού Συμβουλίου άφησαν προσφάτως να εννοηθεί πως σε ενδεχόμενη δεύτερη κάλπη μια συνεργασία ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ/ΕΛΑΣ δεν θα ήταν εντελώς απίθανη, αρκεί να βρεθεί ο «σωστός» τρόπος να ειπωθεί. Η προειδοποίηση για διαγραφή ήρθε μέσα σε λίγες μέρες – αλλά ήρθε μετά τη δήλωση, όχι πριν. Το ότι ειπώθηκε με τόσο καθαρό τρόπο μπορεί κάλλιστα να σημαίνει ότι κάποιοι εντός ΠΑΣΟΚ θεωρούν το σενάριο αρκετά ζωντανό.

Και οι δύο, όμως, έχουν πέσει σε μια παγίδα που είναι ήδη αντιληπτή από την κοινή γνώμη που έχει αρχίσει να αντιδρά χλευάζοντάς την: αυτή της ανέξοδης πλειοδοσίας. Δωρεάν μετακινήσεις στα μέσα μαζικής μεταφοράς, κατάργηση πανελλαδικών εξετάσεων και άλλα χιλιοειπωμένα, ακοστολόγητα και ανέξοδα, που εν τέλει έχουν αφήσει ανεξίτηλα τα σημάδια τους στη συνοχή αλλά και στη συνείδηση της κοινωνίας.

Η Κωνσταντοπούλου, πάλι, κρατά τις αποστάσεις της από το «αρχηγικό» μοντέλο της ΕΛΑΣ – μια κριτική που, αν διαβαστεί προσεκτικά, αφορά περισσότερο τη μορφή παρά την ουσία. Ταυτόχρονα, έχει ήδη τον δικό της δεσμό με την Ανυπότακτη Γαλλία του Μελανσόν – δηλαδή με το ίδιο ακριβώς πρότυπο «λαϊκού μετώπου» που θεωρητικά θα μπορούσε να φαντασιώνεται κανείς για την Ελλάδα.

Το νήμα, δηλαδή, δεν χρειάζεται να εφευρεθεί· υπάρχει ήδη, απλώς λειτουργεί ακόμα σε τελείως διαφορετικό επίπεδο από αυτό που θα χρειαζόταν για ένα εγχώριο μέτωπο. Πόσο μακρινό βήμα είναι, άραγε, από το «συνεργαζόμαστε με τον Μελανσόν στις Βρυξέλλες» στο «συνεργαζόμαστε με όσους συνεργάζονται με τον Μελανσόν, εντός»;

Και κάπου κολλάει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όχι ως κομματικός μηχανισμός έτοιμος για τη Βουλή αλλά ως ρυθμιστικός ιδεολογικός παράγοντας. Με δεδομένο ότι πρόκειται για συσπείρωση που έχτισε την ταυτότητά της απέναντι σε ό,τι θεωρεί «κυβερνητισμό» της Αριστεράς. Όποιος θυμάται πώς γεννήθηκε ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ –από έναν συνασπισμό μικρών και αντιφατικών μεταξύ τους ομάδων, που μέσα σε λίγα χρόνια έγινε κυβερνητικό κόμμα– θυμάται και πόσο γρήγορα μπορούν να αλλάξουν θέση κομμάτια που σήμερα φαίνονται ανένδοτα.

Η ελληνική Αριστερά έχει μια μακρά ιστορία διασπάσεων που, αργά ή γρήγορα, ξαναγίνονται συνθέσεις – έστω και με νέα ονόματα, με νέους αρχηγούς, και με όσους είχαν φύγει να επιστρέφουν από διαφορετική πόρτα έχοντας κατασκευάσει το «ιδανικό αφήγημα».

Τυφλός αντιμητσοτακισμός

Υπάρχει, τέλος, κι ένας πιο πρακτικός λόγος που τέτοιου είδους σενάρια δεν εξαφανίζονται ποτέ εντελώς από τις συζητήσεις στους διαδρόμους: η αριθμητική. Όσο η Νέα Δημοκρατία διατηρεί σταθερό προβάδισμα και η μάχη για τη δεύτερη θέση παραμένει ανοιχτή τόσο πιο δελεαστική γίνεται η ιδέα ότι ο πραγματικός αντίπαλος είναι απέναντι. Ποια είναι η απόλυτη συγκολλητική ουσία σε όλα αυτό το ετερόδοξο σενάριο; Η πτώση του Κυριάκου Μητσοτάκη ακόμα και αν δεν υπάρχει εναλλακτική, κάτι που έχει σχέση με τη λειτουργία της χώρας, αλλά μάλλον δεν ενδιαφέρει την αντιπολίτευση.