Η προεκλογική περίοδος δεν έχει καν ξεκινήσει επισήμως και όμως η πλειοδοσία παροχών βρίσκεται ήδη σε πλήρη εξέλιξη.
Από τη μία ο Νίκος Ανδρουλάκης υπόσχεται δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους νέους έως 24 ετών και τετραήμερη εργασία με πλήρεις αποδοχές. Από την άλλη ο Αλέξης Τσίπρας ανεβάζει τον πήχη, προτείνοντας δωρεάν μετακινήσεις για όλους τους πολίτες, κατάργηση των Πανελλαδικών και αυξήσεις εκατοντάδων ευρώ σε ολόκληρες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων.
Η εικόνα θυμίζει διαγωνισμό πολιτικών υποσχέσεων. Ο ένας υπόσχεται κάτι, ο άλλος κάτι περισσότερο. Ο πρώτος προσφέρει δωρεάν μετακινήσεις στους νέους, ο δεύτερος σε όλους. Ο πρώτος μιλά για λιγότερη εργασία με τις ίδιες αποδοχές, ο δεύτερος για γενναίες αυξήσεις και πρόσθετες παροχές. Και κάπου ανάμεσα, ο λογαριασμός παραμένει θολός.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η επανεμφάνιση του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο. «Πριν δέκα χρόνια, το ’15, αν και ήξερα τι θέλω να κάνω, δεν ήξερα πώς. Τώρα ξέρω και τί και πώς», δήλωσε με αυτοπεποίθηση. Πρόκειται ασφαλώς για μια ειλικρινή παραδοχή. Το πρόβλημα είναι ότι το διάστημα κατά το οποίο «μάθαινε πώς» κόστισε ακριβά στη χώρα. Η περιβόητη διαπραγμάτευση του 2015 κατέληξε σε ένα αχρείαστο τρίτο μνημόνιο που επιβάρυνε την ελληνική οικονομία με δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Αν αυτό ήταν το κόστος της εκμάθησης, είναι απολύτως λογικό πολλοί πολίτες να αντιμετωπίζουν με επιφύλαξη τις νέες βεβαιότητες του πρώην πρωθυπουργού.
Όσο για τον Νίκο Ανδρουλάκη, δείχνει να ακολουθεί τον ίδιο δρόμο, έστω με διαφορετικό περιτύλιγμα. Η λογική είναι γνωστή. Υπάρχει πάντα μια γενναία υπόσχεση, μια εύκολη εξαγγελία και η βεβαιότητα ότι κάπου θα βρεθούν οι πόροι. Αν η φράση του Τσίπρα περιγράφει κάποιον που έμαθε στην πράξη, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται ως ένας ακόμη αυτόκλητος μεσσίας που ζητά από τους πολίτες να τον εμπιστευθούν ώστε να αποκτήσει και ο ίδιος τη δική του εμπειρία διακυβέρνησης. Το ερώτημα είναι ποιος θα πληρώσει τα δίδακτρα.
Η χώρα έχει περάσει μια δεκαετία πληρώνοντας ακριβά τις ψευδαισθήσεις. Γι’ αυτό και οι πολίτες έχουν κάθε λόγο να αντιμετωπίζουν με δυσπιστία όσους μοιράζουν υποσχέσεις πριν εξηγήσουν ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό. Ο Τσίπρας ζητά να πιστέψουμε ότι τώρα έμαθε. Ο Ανδρουλάκης ζητά να πιστέψουμε ότι θα μάθει χωρίς κόστος. Δύο διαφορετικοί μεσσίες, το ίδιο παλιό αφήγημα. Η διαφορά είναι ότι οι Έλληνες έχουν πλέον αρκετή εμπειρία για να γνωρίζουν πως τα θαύματα της πολιτικής συνήθως καταλήγουν να εξοφλούνται σε δόσεις από τους φορολογούμενους.