Η Αγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τη συγκυρία σε μόνιμο στρατηγικό κεκτημένο, ενώ η Δύση προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη χρησιμότητα και στον έλεγχο των πολιτικών της επιλογών.

Η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις αυξημένες ανάγκες της Δύσης για «άμεση διαχείριση κρίσεων, στρατιωτική επάρκεια και περιφερειακή σταθερότητα», αλλά η όποια αναβάθμιση του ρόλου της δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένη, υπογραμμίζει ο δρ Κυριάκος Κενεβέζος στο «Μανιφέστο».

Με αφορμή τη σημερινή έναρξη της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ, ο πρώην πρέσβης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ελλάδα και πρώην υπουργός Παιδείας σημειώνει ότι η Αγκυρα επιδιώκει να είναι μόνιμος «παράγοντας αναφοράς» σε κάθε μεγάλη ευρωατλαντική συνάντηση αλλά «όχι ως δύναμη σταθεροποίησης».

Επιπλέον, τονίζει ότι ΕΕ και ΗΠΑ δεν κινούνται σε «ενιαίο και σταθερό πλαίσιο» απέναντι στην Τουρκία, καλώντας τες να επανεξετάσουν τη συνολική στάση τους.

Ξεκινά η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Τουρκία. Η γειτονική χώρα αρκετές φορές έχει εργαλειοποιήσει τη Συμμαχία για ιδιοτελή συμφέροντα όπως στην περίπτωση της ένταξης των Σουηδίας και Φινλανδίας ή όπως στο θέμα της αναμόρφωσης του συστήματος αγωγών στρατιωτικών καυσίμων (NATO Pipeline System – NPS) που συζητούνταν εσχάτως. Τι εκτιμάτε ότι θα συμβεί;

Η εικόνα επαναλαμβάνεται σχεδόν μηχανικά. Κάθε Σύνοδος του ΝΑΤΟ εξελίσσεται σε ένα πεδίο όπου η Τουρκία δεν περιορίζεται σε ρόλο τυπικού συμμάχου, αλλά λειτουργεί ως κράτος που θέτει όρους, απαιτήσεις και συνεχώς θέλει να αναβαθμίζει το διαπραγματευτικό του αποτύπωμα.

Η Αγκυρα αξιοποιεί συστηματικά τη γεωπολιτική της θέση, τον έλεγχο κρίσιμων γεωγραφικών διαδρόμων και την εμπλοκή της σε περιφερειακές κρίσεις προκειμένου να ενισχύει τη θέση της εντός του ΝΑΤΟ αλλά και έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η τακτική αυτή δεν είναι αποσπασματική ούτε συγκυριακή. Αποτελεί σταθερή στρατηγική επιλογή που συνδυάζει πίεση, διεκδίκηση και συνεχή αναδιαπραγμάτευση του ρόλου της.

Το αποτέλεσμα είναι η Τουρκία να καθίσταται σχεδόν μόνιμος παράγοντας αναφοράς σε κάθε μεγάλη ευρωατλαντική συνάντηση. Οχι όμως ως δύναμη σταθεροποίησης, αλλά ως δύναμη που επιδιώκει να μετατρέπει κάθε κρίση και κάθε θεσμική ανάγκη της Δύσης σε ευκαιρία αναβάθμισης της ίδιας της θέσης της.

Η στρατηγική αυτή έχει αρχίσει να αποκτά δομικά χαρακτηριστικά στη λειτουργία του ΝΑΤΟ, καθώς η Αγκυρα δεν περιορίζεται στην εφαρμογή κοινών αποφάσεων, αλλά επιχειρεί να επηρεάσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτές διαμορφώνονται.

Υπό την τρέχουσα γεωπολιτική συγκυρία αλλά και τις σχέσεις των προέδρων Τραμπ και Ερντογάν, στην Ελλάδα έχουν εκφραστεί ανησυχίες ότι η Τουρκία θα επιδιώξει να αναβαθμίσει τον ρόλο της εντός της Συμμαχίας αλλά και εν γένει σε αυτό που αποκαλείται δυτική αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ποια η γνώμη σας επ’ αυτού;

Η παρούσα συγκυρία πράγματι δημιουργεί περιθώρια κινήσεων για την Τουρκία, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι οδηγεί αυτόματα σε θεσμική ή πολιτική αναβάθμιση χωρίς όρους.

Η Τουρκία επιχειρεί να κεφαλαιοποιήσει τις αυξημένες ανάγκες της Δύσης για άμεση διαχείριση κρίσεων, στρατιωτική επάρκεια και περιφερειακή σταθερότητα. Αυτό της δίνει πρόσβαση σε κρίσιμα τραπέζια διαπραγμάτευσης και αυξάνει το ειδικό βάρος της σε επιμέρους ζητήματα ασφάλειας και εξοπλισμών.

Ωστόσο, η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν κινούνται σε ένα ενιαίο και σταθερό πλαίσιο απέναντι στην Τουρκία. Αντιθέτως, παλινδρομούν ανάμεσα στη στρατηγική αναγκαιότητα συνεργασίας και στις πολιτικές και θεσμικές επιφυλάξεις που προκαλεί η τουρκική συμπεριφορά σε μια σειρά από περιφερειακά ζητήματα.

Σε αυτό το πλαίσιο, η όποια αναβάθμιση του ρόλου της Τουρκίας δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Είναι αποτέλεσμα συνεχούς διαπραγμάτευσης, όπου η Αγκυρα επιδιώκει να μετατρέψει τη συγκυρία σε μόνιμο στρατηγικό κεκτημένο, ενώ η Δύση προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη χρησιμότητα και στον έλεγχο των πολιτικών της επιλογών.

Καταληκτικά, καθίσταται κρίσιμο να γίνει σαφές ότι η Τουρκία δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα μίας λεγόμενης συγκυριακής χρησιμότητας.

Η εμπειρία και η ιστορία δείχνουν ότι πρόκειται για έναν δρώντα που λειτουργεί με αυτόνομη στρατηγική λογική και πολύ συχνά παράγει εντάσεις και αναταράξεις στο περιφερειακό σύστημα ασφάλειας.

Η Ευρωπαϊκή Ενωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να επανεξετάσουν τη συνολική τους στάση, ώστε αυτή να μην καθορίζεται μόνο από ανάγκες της στιγμής, αλλά και από μια ρεαλιστική και πλήρη αποτίμηση του ρόλου που πράγματι διαδραματίζει η Τουρκία στο ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον της περιοχής.