Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μεταξύ 2019 και 2024, το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, κατέγραψε στην Ελλάδα αύξηση 14,3%.

«Δύσκολη και δυσάρεστη πολιτικά» χαρακτηρίζει την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ ο υφυπουργός Εργασίας, Κ. Καραγκούνης, μιλώντας στο «Μανιφέστο» και υπενθυμίζει ότι το τεκμήριο αθωότητας «ισχύει για όλους τους συναδέλφους».

Ταυτόχρονα, χαρακτηρίζει «πολύ ενδιαφέρουσα» την πρόταση του πρωθυπουργού για ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργού και βουλευτή και καλεί τα κόμματα να καταθέσουν θέσεις, προτάσεις και εισηγήσεις για την αντιμετώπιση των διαχρονικών παθογενειών πολιτικού συστήματος.

Θα χαρακτηρίζατε την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ ως τη δυσκολότερη στιγμή διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας;

Αυτή η κυβέρνηση έχει περάσει πολλές δύσκολες στιγμές και έχει καταφέρει να τις αντιμετωπίσει. Προφανώς αυτή η υπόθεση έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και είναι δύσκολη και δυσάρεστη πολιτικά. Όμως, όπως ανέφερε και ο πρωθυπουργός, θα υπερασπιστούμε το τεκμήριο αθωότητας για όλους τους συναδέλφους και προφανώς θα ήταν άδικο να τσουβαλιάσουμε όλες τις περιπτώσεις οριζόντια και συνολικά. Σωστά λοιπόν ζητήσαμε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, αφού αρθεί η ασυλία των βουλευτών, να προχωρήσει σε όλες τις δέουσες ανακριτικές ενέργειες και να αποφανθεί αν και σε ποιους θα ασκήσει διώξεις. Διότι αυτή η υπόθεση που, επαναλαμβάνω, είναι ιερό το τεκμήριο της αθωότητας, έχει πλήξει έντονα τα σχετιζόμενα πολιτικά πρόσωπα. Και προσέξτε κάτι ιδιαίτερα σημαντικό και κρίσιμο. Κανείς εκ των βουλευτών δεν κατηγορείται για αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Διότι πολλοί εκπρόσωποι κομμάτων, οι οποίοι υποκριτικά και λαϊκιστικά τώρα ανακάλυψαν την έννοια του ρουσφετιού, προέβησαν σε πολιτικά αστήρικτες κατηγορίες ότι συνάδελφοι έχουν εμπλοκή με διασπάθιση δημόσιου χρήματος.

Και ας μη γελιόμαστε. Το σκάνδαλο προφανώς και είναι διαχρονικό από τη στιγμή που αυτές τις παθογένειες τις συζητάμε δεκαετίες τώρα. Τα πρόστιμα, για παράδειγμα, που έχουν επιβληθεί στη χώρα μας δεν αφορούν τα τελευταία μόνο χρόνια, αλλά ανατρέχουν σε παλαιότερες εποχές. Και κάτι εξίσου σημαντικό όσον αφορά ενδεχόμενες πολιτικές ευθύνες, αν υπάρχουν τέτοιες. Εμείς στη Νέα Δημοκρατία πάντα τις αναλαμβάνουμε και πολύ περισσότερο οι ίδιοι οι συνάδελφοί μας, γιατί, σε αντίθεση με άλλα κόμματα που ποτέ δεν έχουν αναλάβει καμία ευθύνη και ποτέ δεν έχουν ζητήσει συγγνώμη ακόμα και αν αποδεδειγμένα στελέχη τους έχουν αμετακλήτως καταδικαστεί για έκνομες ενέργειες, εμείς σε τέτοια ζητήματα έχουμε υψηλή αίσθηση του καθήκοντος.

Πώς απαντάτε στον χαρακτηρισμό «κυβέρνηση των δικογραφιών» της αντιπολίτευσης;

Η αντιπολίτευση και δη η αξιωματική που, σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις, η πολιτική της επιρροή είναι κοντά στα 2/5 της δικής μας, είναι λογικό να επενδύει στην τοξικότητα και τη σκανδαλολογία. Η άρση ασυλίας δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως παραπομπή ούτε ενοχή. Αν ήταν έτσι τα πράγματα, τότε τα τελευταία χρόνια που έχει αρθεί η ασυλία βουλευτών του 1/3 της Βουλής, βουλευτών όλων των κομμάτων για διάφορα αδικήματα, θα έπρεπε να υπάρχει συνολικό ζήτημα πολιτικής νομιμοποίησης. Και βέβαια τα κόμματα όλου του πολιτικού φάσματος θα έπρεπε και αυτά αυτομάτως να λέγονται κόμματα των δικογραφιών. Προφανώς και δεν μπορεί να υιοθετηθεί μια τέτοια λογική, διότι όλοι οι συνάδελφοι έχουν το τεκμήριο της αθωότητας όπως και όλοι οι πολίτες. Μην ξεχνάτε ότι κατηγορούνται συνάδελφοι επειδή προώθησαν ένα μέιλ, ένα παράπονο ενός πολίτη. Κάποιοι άλλοι επειδή έστειλαν ένα μήνυμα για κάτι χωρίς να ζητάνε να γίνει κάτι παράνομο, χωρίς να φαίνεται να ξέρουν ότι είναι κάτι παράνομο. Μη βιαζόμαστε λοιπόν να καταδικάσουμε συναδέλφους επειδή αιτείται η Δικαιοσύνη την άρση ασυλίας τους.

Σύσσωμη η αντιπολίτευση ζητά εκλογές. Πρέπει ο πρωθυπουργός να κάνει δεκτό το αίτημα;

Δεν θα κάνει δεκτό το αίτημα, διότι οι εκλογές θα γίνουν στο τέλος της τετραετίας, περίπου σε έναν χρόνο από τώρα. Οποιαδήποτε άλλη απόφαση θα ερχόταν σε αντίθεση με το βασικό μας αφήγημα, που είναι η σταθερότητα, η ασφάλεια και η προοπτική για την πατρίδα μας. Άλλωστε, αυτό είναι και το δικό μας συγκριτικό πλεονέκτημα. Σε μια εποχή που οι αναταράξεις είναι σφοδρές και οι ανακατατάξεις ακόμα μεγαλύτερες, η Ελλάδα αποτελεί έναν σημαντικό φάρο σταθερότητας.

Ασφαλώς η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού είναι κάτι θετικό, ωστόσο το κόστος ζωής γίνεται ολοένα και υψηλότερο και η όποια αύξηση εξανεμίζεται…

Έχουμε προβεί σε αλλεπάλληλες αυξήσεις του κατώτατου μισθού και επίκειται και νέα για το 2027, αλλά δεν είναι το μόνο που κάνουμε. Γιατί πολύ σωστά αναφέρετε ότι οι αυξήσεις ίσως να μη φαίνονται τόσο έντονα στις τσέπες των πολιτών λόγω της οικονομικής πίεσης, όμως από την άλλη συνεχίζουμε να μειώνουμε τους φόρους, οπότε συνεπακόλουθα αυξάνουμε έμμεσα το εισόδημά τους. Έχουμε μειώσει ή καταργήσει 85 άμεσους και έμμεσους φόρους, με προτεραιότητα βέβαια στους πρώτους, γιατί ειδικά ο φόρος εισοδήματος αφορά το σύνολο των μισθωτών του ιδιωτικού, του δημόσιου τομέα και των συνταξιούχων. Σκεφτείτε ότι ένας φορολογούμενος ο οποίος είναι στην κλίμακα μέχρι 20.000 ευρώ, εκεί που είναι και οι δικαιούχοι του κατώτατου μισθού ή όσοι είναι λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό, αν είναι μέχρι 25 ετών έχει μηδενικό φόρο, ενώ μέχρι πρότινος είχε 9% μέχρι τις 10.000 ευρώ και 22% έως τις 20.000 ευρώ. Αντίστοιχα, αν είναι μέχρι 30 ετών, έχει φόρο 9%, από 22% που είχε το 2025 και 29% το 2019. Και αντίστοιχα, όλοι άνω των 30, με βάση τα παιδιά που έχουν, έχουν από 2 έως και 22 μονάδες λιγότερο φόρο, άρα λιγότερη παρακράτηση. Και ας μη γελιόμαστε, 22 μονάδες είναι πολύ μεγάλος αριθμός, με βάση το πόσα παιδιά έχουν. Ζούμε σε μια χώρα που ο φόρος εισοδήματος, ο φόρος που αφορά τους περισσότερους πολίτες σε αυτή τη χώρα, ήταν 29% το 2019 και τώρα είναι 20% το πολύ, και για κάποιους είναι και μηδέν. Είναι μέχρι 20%. Είναι 20%, αν δεν έχεις παιδιά και είσαι πάνω από 30 ετών. Αν έχεις ένα παιδί, είναι 18%. Αν έχεις δύο παιδιά, είναι 16%, και ήταν 29%. Έχουν μειωθεί κι άλλοι πολύ σημαντικοί φόροι. Ο ΕΝΦΙΑ στο μισό, αν έχεις ασφαλισμένο σπίτι, στο 35% εάν δεν έχεις.

Αν δει κανείς τα στοιχεία της Eurostat, την περασμένη εβδομάδα μάλιστα δημοσιεύτηκαν, το μέσο ισοδύναμο ατομικό διαθέσιμο εισόδημα για το έτος αναφοράς 2024 εμφανίζεται αυξημένο –αυτά είναι τα τελευταία που υπάρχουν για τα πλήρη έτη– σε σχέση με το 2023 κατά 8%. Σωρευτικά, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, μεταξύ 2019 και 2024, το πραγματικό κατά κεφαλήν διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, δηλαδή μετά τον συνυπολογισμό του πληθωρισμού, κατέγραψε στην Ελλάδα αύξηση 14,3%, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου που ήταν 6,6% και της Ευρωζώνης 5,5%. Με λίγα λόγια, από τη μία αυξάνουμε τους μισθούς και από την άλλη μειώνουμε τα βάρη για να υπερκαλύψουμε την ακρίβεια και τον πληθωρισμό.

Θεωρείτε ότι οι νέοι κομματικοί σχηματισμοί φέρνουν καινούργια δεδομένα για την κάλπη σε σχέση με τις δημοσκοπήσεις; Αναφέρομαι στα προαναγγελθέντα κόμματα Τσίπρα, Καρυστιανού και ίσως και Σαμαρά.

Είναι αναφαίρετο δικαίωμα του κάθε πολίτη να ιδρύσει κόμμα και να συμμετέχει στις δημοκρατικές διαδικασίες. Τα κόμματα ιδρύονται όταν υπάρχει σχετική κοινωνική αναγκαιότητα και πολιτικό αφήγημα έμπνευσης των πολιτών για αποτελεσματική αντιμετώπιση των προκλήσεων. Οι πολίτες όλους και όλα τα κρίνουν. Πρώτα απ’ όλα, εμάς και το πόσο αποτελεσματικοί είμαστε στην αντιμετώπιση των καθημερινών προκλήσεων. Και βέβαια κρίνουν αν υπάρχει πολιτική πρόταση ρεαλιστική, εφαρμόσιμη, που δεν μένει σε συνθήματα και τσιτάτα. Αν, για παράδειγμα, ο φορέας έχει αμιγώς προσωποκεντρικό χαρακτήρα όπως της κυρίας Καρυστιανού, τότε υπάρχει πάντα η πιθανότητα να μην αποκτήσει βάθος και διάρκεια η όποια προσπάθεια κάνει. Τα κόμματα λοιπόν κρίνονται από τη σοβαρότητα του προγράμματος και των θέσεών τους, από τη συλλογικότητα του εγχειρήματος και από την ικανότητα των στελεχών του κάθε κόμματος να παράγει εφαρμόσιμες λύσεις.

Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη δίκη των Τεμπών; Μετά την τελευταία εξέλιξη στη δίκη για τα βίντεο που αναβλήθηκε επ’ αόριστον, φοβάστε ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί και στην κεντρική δίκη που μόλις ξεκίνησε;

Σε καμία περίπτωση. Δεν πιστεύω ότι θα υπάρξει ο οποιοσδήποτε παράγοντας που θα θελήσει να δυναμιτίσει και αυτή τη δίκη, διότι ο κόσμος θέλει να αποδοθεί δικαιοσύνη και οι χαροκαμένοι συγγενείς να δουν επιτέλους μετά από μια επίπονη και μακροχρόνια διαδικασία να εξειδικευθούν οι ευθύνες σε όσους φταίνε. Δεν σας κρύβω βέβαια ότι είναι πολύ σοβαρές οι καταγγελίες που έγιναν τόσο από τον Άρειο Πάγο όσο και από την Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων εναντίον όσων θέλουν να δημιουργήσουν συνθήκες τοξικότητας στη διαδικασία μέσω απειλών με στόχο τη μικροπολιτική εκμετάλλευση. Οφείλουν όλοι να είναι προσεκτικοί και υπεύθυνοι και αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά οι ίδιοι οι συγγενείς των θυμάτων.

Μετά την παρέμβαση του πρωθυπουργού, μπαίνει πια έντονα στην πολιτική ατζέντα η πρότασή του για ασυμβίβαστο υπουργού-βουλευτή μετά τις εκλογές του 2027. Ποια είναι η δική σας άποψη;

Πολύ ενδιαφέρουσα αυτή η πρόταση και νομίζω ότι θα ανοίξει ο διάλογος για πολλές αξιολογήσεις, κρίσεις και σκέψεις γι’ αυτή τη θεσμική πρωτοβουλία. Όπως ήδη ειπώθηκε από την κυβέρνηση, μιλάμε για μία πρόταση η οποία θα ξεκινήσει να συζητείται προεκλογικά, αλλά η όποια αλλαγή θα υλοποιηθεί μετά τις εκλογές. Είναι επίσης σαφές ότι η υλοποίηση μιας τέτοιας πρότασης έχει και πλευρές που οφείλουν να μπουν στην ευρύτερη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση, άρα τίθεται και ζήτημα προσμέτρησης και των προβλεπόμενων αυξημένων κοινοβουλευτικών πλειοψηφιών. Η ουσία της πρότασης προβλέπει ότι όσο διάστημα ο βουλευτής είναι υπουργός, δεν θα διατηρεί τη βουλευτική του ιδιότητα και θα αντικαθίσταται από τον πρώτο επιλαχόντα στην ίδια εκλογική περιφέρεια. Για να μπορέσουμε λοιπόν να αξιολογήσουμε συνολικά την πρόταση και να εκφράσουμε την άποψή μας θα πρέπει να δούμε τη συνολική πρόταση, όπως θα διατυπωθεί από τον πρωθυπουργό εν όψει του Συνεδρίου. Κρατώ ως σημαντική την εισήγηση του πρωθυπουργού να αναβαθμιστεί ο ρόλος του βουλευτή, διότι αυτός είναι ένας εκ των βασικών και ουσιαστικών παραγόντων έκφρασης της λαϊκής βούλησης και της λαϊκής κυριαρχίας. Επομένως, μέσω της διάδρασης του δημόσιου διαλόγου, είναι σημαντικό να αναπτυχθούν θέσεις, προτάσεις και εισηγήσεις απ’ όλα τα κόμματα ώστε να υιοθετήσουμε ένα πλαίσιο επανακαθορισμού του ρόλου του βουλευτή και ουσιαστικής αντιμετώπισης των διαχρονικών παθογενειών του πολιτικού συστήματος.