Σύμφωνα με έκθεση που δημοσίευσε το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ), οι προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη στήριξη της ένταξης των νέων στην αγορά εργασίας εξακολουθούν να μην επικεντρώνονται στα αποτελέσματα.

Η απασχόληση αποτελεί πρωτίστως αρμοδιότητα των κρατών-μελών, τις προσπάθειες των οποίων στηρίζει ή συμπληρώνει ο προϋπολογισμός της ΕΕ.

Παρότι τα ποσοστά νεανικής ανεργίας έχουν μειωθεί σημαντικά την τελευταία δεκαετία, τα μέτρα που χρηματοδοτεί η ΕΕ εξακολουθούν να μην εστιάζουν στη στήριξη της μακροπρόθεσμης ενσωμάτωσης των νέων στην αγορά εργασίας.

Η απασχόληση των νέων αποτελεί από μακρού μία από τις κυριότερες προκλήσεις που καλούνται να αντιμετωπίσουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ στον τομέα της αγοράς εργασίας.

Αν και το ποσοστό ανεργίας των νέων 15-29 ετών μειώθηκε από 20% το 2013 σε λιγότερο από 12% τα τελευταία χρόνια αυτή η ηλικιακή ομάδα εξακολουθεί να έχει διπλάσιες πιθανότητες ανεργίας σε σύγκριση με το σύνολο του εργατικού δυναμικού.

Το 2025, ο αριθμός των άνεργων νέων έφτανε τα 4,7 εκατομμύρια στην ΕΕ ή το 11,6 % του εργατικού δυναμικού ηλικίας μεταξύ 15 και 29 ετών.

«Η ΕΕ πρέπει να αποδείξει ότι η στήριξη που παρέχει για την απασχόληση των νέων αποφέρει βιώσιμα αποτελέσματα», δήλωσε ο κ. Carlo Alberto Manfredi Selvaggi, μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για τον έλεγχο.

«Για να διαπιστωθεί αν οι δημόσιες δαπάνες υπέρ των νέων πιάνουν τόπο, χρειάζεται να τεθούν σαφέστεροι στόχοι και να τεκμηριωθούν καλύτερα τα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα».

Αν και κατεξοχήν αρμόδια για τις πολιτικές για την απασχόληση των νέων είναι τα κράτη-μέλη, η ΕΕ ασκεί συντονιστικό και υποστηρικτικό ρόλο.

Παρέχει στρατηγική καθοδήγηση, ιδίως μέσω του ετήσιου κύκλου συντονισμού της οικονομικής, δημοσιονομικής και κοινωνικής πολιτικής στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού εξαμήνου και των εθνικών προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων, τα οποία έχουν πλέον αντικατασταθεί από μεσοπρόθεσμα δημοσιονομικά διαρθρωτικά σχέδια.

Από την έγκριση της δέσμης μέτρων για την απασχόληση των νέων το 2012, σημαντικοί ενωσιακοί πόροι έχουν κινητοποιηθεί για τη στήριξη της πρόσβασης των νέων στην εργασία.

Από το 2014 η ΕΕ έχει διαθέσει περίπου 25 δισ. ευρώ στο πλαίσιο της πολιτικής συνοχής ειδικά για τη στήριξη της απασχόλησης των νέων, μεταξύ άλλων μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου (ΕΚΤ), της πρωτοβουλίας για την απασχόληση των νέων (ΠΑΝ), της πρωτοβουλίας REACT-EU και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου + (ΕΚΤ+).

Το ήμισυ σχεδόν της χρηματοδότησης, και συγκεκριμένα το 47,5 %, αφορά στην Ιταλία και στην Ισπανία.

Στα μέτρα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ συγκαταλέγονται κίνητρα προς τους εργοδότες για την πραγματοποίηση προσλήψεων, δράσεις κατάρτισης και καθοδήγησης απευθυνόμενες σε νέους, καθώς και δράσεις που τους βοηθούν να διατηρήσουν τη θέση εργασίας μετά την πρόσληψή τους.

Βασικός στόχος των μέτρων είναι η βιώσιμη ενσωμάτωση στην αγορά εργασίας.

Αυτό σημαίνει ότι δεν αρκεί ένας νέος να βρει εργασία, αλλά πρέπει και να συνεχίσει να εργάζεται μετά τη λήξη της χρηματοδοτικής στήριξης.

Στο πλαίσιο αυτό, η διατήρηση της θέσης εργασίας μετά από 12 ή 18 μήνες θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως αξιόπιστος δείκτης επιτυχίας.

Προς το παρόν, ωστόσο, οι περισσότερο μακροπρόθεσμοι δείκτες αποτελέσματος αφορούν την κατάσταση απασχόλησης των ωφελούμενων μετά από έξι μήνες.

Ως εκ τούτου, το ΕΕΣ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πληροφορίες που έχει στη διάθεσή της η Επιτροπή σχετικά με τα περισσότερο μακροπρόθεσμα αποτελέσματα της χρηματοδοτικής στήριξης της ΕΕ για την απασχόληση των νέων είναι αποσπασματικές.

Διαπίστωσε επίσης ότι τα επιχειρησιακά προγράμματα που εξετάστηκαν δεν διευκρίνιζαν πότε ένας νέος μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει ενσωματωθεί επιτυχώς στην αγορά εργασίας, γεγονός που δημιουργεί σύγχυση όσον αφορά στους στόχους και αυξάνει τον κίνδυνο χρηματοδότησης μέτρων με ενωσιακούς πόρους χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς επιδιώκεται να επιτευχθεί και πώς.

Το ΕΕΣ προειδοποιεί μάλιστα ότι οι αδυναμίες στον σχεδιασμό των κινήτρων για προσλήψεις ενέχουν τον κίνδυνο μη αποδοτικής και αναποτελεσματικής χρήσης του δημόσιου χρήματος.

Τα κίνητρα για προσλήψεις που εξετάστηκαν στο πλαίσιο του ελέγχου δεν ήταν στοχευμένα ειδικά σε όσους έχουν περισσότερο ανάγκη από δουλειά, με αποτέλεσμα αυξημένο κίνδυνο χρηματοδότησης με δημόσιους πόρους θέσεων εργασίας που θα είχαν δημιουργηθεί ούτως ή άλλως.

Το ΕΕΣ διαπίστωσε επίσης ότι τα κίνητρα δεν συνδέονταν με υποχρεωτική επί τω έργω κατάρτιση, κάτι που έχει μεγάλη σημασία διότι η κατάρτιση δεν βελτιώνει απλώς την απασχολησιμότητα των νέων μακροπρόθεσμα, αλλά επίσης συμβάλλει στην κάλυψη των αναγκών της αγοράς εργασίας, ιδίως σε τομείς που αντιμετωπίζουν ελλείψεις δεξιοτήτων.

Επιπλέον, ο έλεγχος ανέδειξε την ιδιαίτερη κατάσταση των νέων που βρίσκονται εκτός της αγοράς εργασίας, εκείνων δηλαδή που ούτε εργάζονται ούτε αναζητούν ενεργά εργασία, οι οποίοι αναφέρονται ως «οικονομικά μη ενεργοί» νέοι.

Αυτοί συχνά βρίσκονται αντιμέτωποι με εμπόδια κοινωνικά, εκπαιδευτικά ή οφειλόμενα σε θέματα υγείας, που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο μέσω της πολιτικής για την αγορά εργασίας.

Μολονότι το ισχύον πλαίσιο της ΕΕ προβλέπει στοχευμένα μέτρα προσέγγισης και προβολής, το ΕΕΣ επισημαίνει ότι οι οικονομικά μη ενεργοί νέοι παραμένουν η ομάδα που είναι δυσκολότερο να προσεγγιστεί.

Καλό θα ήταν τα κράτη-μέλη της ΕΕ να ασχοληθούν πιο ενεργά με τους νέους που βρίσκονται εκτός αγοράς εργασίας και να δρομολογήσουν στοχευμένες δράσεις ανα περιφέρεια.

* Ο Κων/νος Σ. Μαργαρίτης είναι δημοσιογράφος