Στην Ελλάδα συνδυάζονται ανευθυνότητα, ψευδοεπιστήμη και τηλεοπτικό φολκλόρ σε ένα ενιαίο πακέτο πολιτικής πρότασης.

Σε μια χώρα όπου τα κόμματα εμφανίζονται πιο συχνά από τους λογαριασμούς του ρεύματος και εξαφανίζονται πιο γρήγορα από τις υποσχέσεις των υπουργών, το νέο φαινόμενο του «κόμματος ΙΧ» φαίνεται πως έχει έρθει για να επιβεβαιώσει ότι η ελληνική πολιτική σκηνή, αν μη τι άλλο, δεν πλήττει.

Ζούμε την εποχή όπου η πολιτική εκπροσώπηση μετατρέπεται σε προσωπική καριέρα ενός ατομικού brand name. Κάποτε είχαμε πολιτικές ιδέες, σήμερα έχουμε ονόματα. Κάποτε είχαμε ρεύματα, σήμερα έχουμε… followers. Και κάποτε τα κόμματα ήταν συλλογικά όργανα, τώρα είναι ΙΧ, με αριθμό κυκλοφορίας στα social media.

Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη που όλη αυτή η κατάσταση συνοδεύεται από έναν θίασο προσώπων που μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από σκηνικό επιθεώρησης. Από τον Φαραντούρη μέχρι τον Νικολόπουλο – πάντοτε διαθέσιμος για ένα ακόμα comeback.

Από τη Γρατσία της Νίκης μέχρι τους αποστόλους του «υπερπατριωτισμού», που αλλάζουν κόμματα με την ίδια ευκολία που αλλάζουν στούντιο στα κανάλια. Μέσα σε αυτό το πολιτικό καλειδοσκόπιο, ξεπροβάλλουν και τα γνωστά ρωσόφιλα πουτινάκια της πολιτικής και της δημοσιογραφίας.

Όχι, δεν υιοθετούν ρωσική πολιτική γραμμή – θα ήταν πολύ σοβαρό για να το κάνουν. Απλώς την αντιγράφουν αποσπασματικά, τη λειαίνουν, τη διανθίζουν με ελληνικές υπερβολές και τη σερβίρουν ως πατριωτική ανάλυση στα πάνελ.

Και φυσικά, υπάρχει και η «γερόντισσα από τη Συρία», το νέο σύμβολο μεταφυσικής διπλωματίας. Η οποία εμφανίζεται για να υπενθυμίσει ότι στην Ελλάδα ό,τι δεν καταλαβαίνουμε το βαφτίζουμε «σημάδι». Ό,τι δεν εξηγούμε το κάνουμε θαύμα. Και ό,τι δεν τεκμηριώνεται τόσο το καλύτερο, γιατί διαδίδεται ευκολότερα. Δίπλα της, η «χαρτορίχτρα του Χάρβαρντ», η οποία αναλύει τα δημόσια πράγματα με έναν εντυπωσιακό συνδυασμό ακαδημαϊκής φλυαρίας και πολιτικής μαντείας. Λίγο think tank, λίγο ταρώ tank. Η χρυσή συνταγή για να γίνει κανείς μόνιμος καλεσμένος στις τηλεοπτικές εκπομπές.

Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά οι αντιεμβολιαστές, που διακηρύσσουν μονίμως ότι «δεν ανήκουν σε κανένα κόμμα», την ίδια στιγμή που συγκροτούν κανονικό παρακομματικό δίκτυο με influencers, συνωμοσιολόγους, «ερευνητές» του διαδικτύου και πάντοτε έναν «καθηγητή» άγνωστης ειδικότητας που εμφανίζεται να στηρίζει την κάθε παράλογη θεωρία. Η χώρα μας έχει καταφέρει αυτό που δεν τόλμησε καμία άλλη: να συνδυάσει πολιτική ανευθυνότητα, ψευδοεπιστήμη και τηλεοπτικό φολκλόρ σε ένα ενιαίο πακέτο πολιτικής πρότασης.

Όμως το πιο ανησυχητικό δεν είναι οι άνθρωποι αυτοί καθαυτοί· είναι η διάθεση μεγάλου μέρους της κοινωνίας να τους ακολουθήσει. Να τους πιστέψει. Να τους πάρει στα σοβαρά. Να αποδεχτεί την ιδέα ότι η πολιτική μπορεί να λειτουργήσει με όρους ριάλιτι. Η ανάγκη για πολιτική αντιπροσώπευση, διαστρεβλωμένη από απογοήτευση και θυμό, οδηγεί πολλούς πολίτες στην πρώτη «εύκολη λύση» που θα τους προσφέρει μια απλή αφήγηση. Μια αφήγηση χωρίς δυσάρεστα δεδομένα, χωρίς δύσκολες αλήθειες, χωρίς ευθύνη. Μόνο εύκολα συνθήματα, εύκολες κατηγορίες και ακόμα πιο εύκολους εχθρούς.

Και έτσι δημιουργείται το φαινόμενο των κομμάτων ΙΧ. Ένα είδος πολιτικού αυτόματου πιλότου, όπου ένα άτομο, ένα όνομα, μια περσόνα, επιχειρεί να εκφράσει ένα εκλογικό σώμα χωρίς οργανωτικά θεμέλια, χωρίς ιδεολογικό βάθος, χωρίς αποδοχή πέρα από τον ψηφιακό του μικρόκοσμο. Όμως η πολιτική δεν είναι TikTok. Δεν είναι Instagram story. Η πολιτική δεν είναι «παρουσία»· είναι ευθύνη. Και οι χώρες δεν κυβερνιούνται με hashtags.

Στην ουσία, η εμπορευματοποίηση της πολιτικής ζωής έχει φτάσει σε πρωτοφανές επίπεδο. Αντί να αναζητούμε λύσεις, αναζητούμε χειροκροτήματα. Αντί να διεκδικούμε σοβαρή συζήτηση, διεκδικούμε ακροαματικότητα. Αντί να συζητάμε πολιτικές, συζητάμε περσόνες. Ένα τοπίο γεμάτο φωνές, αλλά ελάχιστη ουσία.

Και μέσα σε όλον αυτόν τον παραλογισμό, η κοινωνία παραμένει σε μια διαρκή αναμονή του «νέου», που τελικά δεν έρχεται ποτέ. Κάθε νέα απόπειρα που αυτοπαρουσιάζεται ως ανατροπή, ως «κάτι άλλο», καταλήγει να είναι μια επανάληψη του ίδιου μοτίβου: προσωπική ματαιοδοξία, πολιτική επιπολαιότητα, οργανωτική αδυναμία.

Καλά θα πάει κι αυτό; Μάλλον όχι. Γιατί η πολιτική στην Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη νέων κομμάτων. Πάσχει από έλλειψη σοβαρότητας.

Και κάπως έτσι, η πολιτική ζωή της χώρας μετατρέπεται σε πανηγύρι της αρπαχτής και της αυταπάτης. Η σοβαρότητα εκπαραθυρώνεται, η λογική παραμερίζεται και στη θέση της εγκαθίσταται μια παράλληλη πραγματικότητα όπου ο καθένας μπορεί να αυτοανακηρυχθεί «ηγέτης», αρκεί να έχει μόνιμο στούντιο, έναν λογαριασμό TikTok και δυο-τρεις πρόθυμους χειροκροτητές.

Αλλά το πρόβλημα δεν είναι οι γραφικοί· η Ελλάδα άντεξε πάντα τους γραφικούς. Το πρόβλημα είναι όταν οι γραφικοί θεωρούνται εναλλακτική λύση. Όταν το παραπολιτικό γίνεται πολιτική. Όταν το γελοίο παρουσιάζεται ως σοβαρό. Και τότε, ναι, δεν πάει καλά τίποτα.

Γιατί, αν συνεχίσουμε έτσι, η μόνη πραγματική εκλογή που μας απομένει ως κοινωνία δεν είναι ανάμεσα σε κόμματα, ιδέες ή στρατηγικές, αλλά ποιανού το ΙΧ θα μας πατήσει πρώτο.