Αυξάνεται η ένταση στη Μέση Ανατολή, με επιπτώσεις σε ενέργεια και αγορές.
Οι ελπίδες για άμεση αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή εξανεμίστηκαν, μετά τις νέες δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος προανήγγειλε πιο σκληρά πλήγματα κατά του Ιράν, προκαλώντας αναταράξεις στις διεθνείς αγορές και άνοδο στις τιμές του πετρελαίου.
Ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε αποφασισμένος να εντείνει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις, δηλώνοντας: «Θα τους χτυπήσουμε εξαιρετικά σκληρά […] θα τους φέρουμε πίσω στη Λίθινη Εποχή», χωρίς ωστόσο να δώσει σαφές χρονοδιάγραμμα για τη λήξη των εχθροπραξιών, γεγονός που ενίσχυσε την αβεβαιότητα στους επενδυτές.
Από την πλευρά της Τεχεράνης, η απάντηση ήταν άμεση, με στρατιωτικούς αξιωματούχους να προειδοποιούν για «πιο συντριπτικές, ευρύτερες και πιο καταστροφικές» επιθέσεις, εφόσον συνεχιστεί η πίεση από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Την ίδια ώρα, οι Φρουροί της Επανάστασης διαμηνύουν ότι θα εντείνουν τα πλήγματα σε ενεργειακές υποδομές, εάν στοχοποιηθούν περαιτέρω ιρανικοί στόχοι.
Κεντρικό σημείο της κρίσης παραμένουν τα Στενά του Ορμούζ, με τη ναυσιπλοΐα να απειλείται άμεσα και περίπου 40 χώρες να αναζητούν τρόπους για την αποκατάσταση της ασφάλειας στη θαλάσσια αυτή αρτηρία. Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, ξεκαθάρισε ότι οποιαδήποτε λύση μπορεί να επιτευχθεί «μόνο σε συνεννόηση με το Ιράν».
Οι επιπτώσεις στην παγκόσμια οικονομία είναι ήδη εμφανείς, με την τιμή του πετρελαίου Brent να καταγράφει σημαντική άνοδο και τις αγορές να αντιδρούν αρνητικά. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας προειδοποιούν για σοβαρές και ασύμμετρες συνέπειες σε παγκόσμιο επίπεδο.
Παρά τις παρασκηνιακές επαφές και τις προσπάθειες διαμεσολάβησης, η προοπτική μιας άμεσης συμφωνίας παραμένει αβέβαιη, με την ιρανική πλευρά να ζητά εγγυήσεις για κατάπαυση του πυρός και την Ουάσιγκτον να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο εκεχειρίας υπό όρους.