Η εμπειρία της περιόδου του COVID, απέδειξε με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια, ότι ένα σημαντικό ποσοστό επαγγελμάτων μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά εκτός φυσικού χώρου.
Υπάρχουν κι άλλα μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η πολιτεία, χωρίς όμως να βάλει η ίδια το χέρι στη τσέπη, έτσι ώστε να υπάρξει περαιτέρω μείωση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, μετά την κατακόρυφη αύξηση του πετρελαίου εξαιτίας του πολέμου;
Δέσμη στοχευμένων - και συνετών επιτρέψτε μου - παρεμβάσεων ανακοίνωσε σήμερα το πρωί ο Πρωθυπουργός, η οποία αφορά επί της ουσίας, επιδοτήσεις και τελικές εκπτώσεις σε καύσιμα και ακτοπλοϊκά εισιτήρια, με συνολικό σκοπό την συγκράτηση των τελικών τιμών αγαθών και υπηρεσιών. Μάλιστα ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκαθάρισε πως το συγκεκριμένο πακέτο αφορά τους μήνες Απρίλιο και Μάιο, με το βλέμμα πάντα στραμμένο στην εξέλιξη των γεγονότων.
Και για να επανέλθω, η απάντηση στο ερώτημα της πρώτης παραγράφου είναι αδιαμφισβήτητα ναι, καθότι, οι οριζόντιες ενισχύσεις, όσο αναγκαίες κι αν είναι σε περιόδους κρίσης, δεν αντιμετωπίζουν το βασικό και διαχρονικό πρόβλημα, που όμως εντείνεται από την ενεργειακή κρίση: τη διαρκή εξάρτηση του εργαζομένου από το κόστος μετακίνησης. Εδώ ακριβώς αναδύεται ως στρατηγική επιλογή, η θεσμική ενθάρρυνση της εξ αποστάσεως εργασίας.
Η εμπειρία της περιόδου του COVID, απέδειξε με αδιαμφισβήτητη σαφήνεια, ότι ένα σημαντικό ποσοστό επαγγελμάτων μπορεί να λειτουργήσει αποδοτικά εκτός φυσικού χώρου. Σήμερα, σε συνθήκες κανονικότητας, η υιοθέτηση ενός υβριδικού μοντέλου με περιορισμένη φυσική παρουσία, δεν συνιστά απλώς ευελιξία, αλλά απόλυτο εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Η μείωση των μετακινήσεων συνεπάγεται άμεση συρρίκνωση της κατανάλωσης καυσίμων, άρα και ουσιαστική ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ειδικά σε μητροπολιτικά κέντρα όπως η Αττική και η Θεσσαλονίκη - όπου ο χρόνος και το κόστος μετακίνησης αποτελούν κρίσιμες μεταβλητές απασχόλησης, η καθιέρωση κινήτρων προς τις επιχειρήσεις θα μπορούσε να μετακυλήσει το όφελος απευθείας στους εργαζομένους. Η πολιτεία οφείλει να εξετάσει σοβαρά ένα τέτοιο πλαίσιο, όχι ως έκτακτο μέτρο, αλλά ως διαρθρωτική μεταρρύθμιση με μετρήσιμο οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα, ακόμα και σε συνθήκες ομαλοποίησης του κόστους της εφοδιαστικής αλυσίδας.