Δύο διαφορετικοί κόσμοι συναντήθηκαν στην κηδεία του Γιώργου Μαζωνάκη. Ο ένας πήγε εκεί με την ψυχή του. Ο άλλος με το κινητό υψωμένο.

Οι πρώτοι στάθηκαν σιωπηλοί, με μάτια βουρκωμένα και ένα λουλούδι στο χέρι. Δεν πήγαν για να τους δει κανείς. Πήγαν για να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπο που τραγούδησε τους έρωτες, τους χωρισμούς, τις μοναξιές και τις πιο δύσκολες νύχτες τους. Έναν άνθρωπο που δεν τους γνώριζε, κι όμως, μέσα από τα τραγούδια του, τους είχε κρατήσει κάποτε το χέρι. Η παρουσία τους ήταν μια πράξη καλοσύνης, ευγνωμοσύνης και βαθιάς ενσυναίσθησης. Μια απόδειξη ότι η κοινωνία μας, όσο κι αν σκληραίνει, εξακολουθεί να έχει καρδιά.

Υπήρχαν, όμως, και οι άλλοι. Εκείνοι που πήγαν για τη selfie, το live, το like. Που τα μάτια τους κοίταζαν το φέρετρο, μέσα από την οθόνη του κινητού τους. Που προσπάθησαν να γίνουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές σε έναν θάνατο ο οποίος δεν τους ανήκε, να αρπάξουν λίγη λάμψη από το τελευταίο φως ενός ανθρώπου που έφυγε τόσο άδικα.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο θλιβερή κατάντια της εποχής μας: να μετατρέπεται ακόμη και το πένθος σε περιεχόμενο, η απώλεια σε θέαμα και το τελευταίο αντίο σε ευκαιρία προσωπικής προβολής.

Ευτυχώς, οι περισσότεροι πήγαν αλλιώς. Πήγαν με την καρδιά χαμηλωμένη και την ψυχή γονατισμένη. Δεν ζήτησαν τίποτα από τον θάνατό του. Μόνο άφησαν ένα «ευχαριστώ».

Και αυτοί είναι που μας θυμίζουν ότι, τελικά, παραμένουμε ακόμη άνθρωποι. Ακόμη κι όταν γύρω περισσεύει η απανθρωπιά.