Η κυβέρνηση υπερασπίζεται το νομοσχέδιο για τις Συλλογικές Συμβάσεις, αφήνοντας την αντιπολίτευση εκτεθειμένη και χωρίς επιχειρήματα στη Βουλή.

Στη Βουλή, η αντιπολίτευση βρέθηκε εκτεθειμένη κατά τη συζήτηση για το νομοσχέδιο των Συλλογικών Συμβάσεων, ενώ η κυβέρνηση υπερασπίστηκε με σαφήνεια τις θεσμικές αλλαγές που ενισχύουν την αγορά εργασίας και προστατεύουν τους εργαζόμενους. Το νομοσχέδιο προχωρά με πλήρη συμμόρφωση στις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις, θέτοντας σαφείς κανόνες για συλλογικές διαπραγματεύσεις και διασφαλίζοντας σταθερότητα στις εργασιακές σχέσεις.

Ειδικότερα, σε τεταμένο κλίμα διεξήχθη στη Βουλή η συνεδρίαση για το νομοσχέδιο του υπουργείου Εργασίας σχετικά με την επέκταση των συλλογικών συμβάσεων, με την αντιπολίτευση να επιλέγει για ακόμη μία φορά την οδό της έντασης και των καταγγελιών αντί της ουσίας.

Η συζήτηση και η κυβερνητική θέση 

Η συζήτηση επιχειρήθηκε να εκτραπεί στην υπόθεση των Προγραμμάτων Κατάρτισης και στον Γιάννη Παναγόπουλο, με τους αρχηγούς των κομμάτων να ζητούν απόσυρση του νομοσχεδίου, συνδέοντας ανόμοια ζητήματα και επιχειρώντας να δημιουργήσουν σκιές εκεί όπου δεν υπάρχουν.

Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως ξεκαθάρισε ότι το θέμα της Κοινωνικής Συμφωνίας και το ζήτημα που αφορά τα Προγράμματα Κατάρτισης Ανέργων είναι δύο απολύτως διαφορετικά θέματα. Όπως υπογράμμισε, η υπόθεση αφορά το φυσικό πρόσωπο του κ. Παναγόπουλου, ο οποίος έχει λάβει ειδοποιητήριο από την Ανεξάρτητη Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος, και είναι αυτονόητο ότι πρέπει να διερευνηθεί πλήρως. Η θεσμική λειτουργία της Πολιτείας δεν ταυτίζεται με κανένα πρόσωπο.

Η διαχρονική συνεργασία της Πολιτείας με τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους αποτελεί θεσμική υποχρέωση και εδράζεται στο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Η συνεργασία για τα Προγράμματα Κατάρτισης απορρέει από κατευθύνσεις της ΕΕ, καθώς οι κοινωνικοί εταίροι διαθέτουν άμεση γνώση της αγοράς εργασίας. Η κυβέρνηση δεν πρόκειται να καταργήσει θεσμούς επειδή η αντιπολίτευση αναζητά πολιτικά πυροτεχνήματα.

Η αντιπολίτευση 

Από την πλευρά του, ο Σωκράτης Φάμελλος κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν επιθυμεί την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων, αποσιωπώντας ότι η χώρα προσαρμόζεται σε ευρωπαϊκή οδηγία και ότι το νέο πλαίσιο ενισχύει τη διαφάνεια και τη σταθερότητα. Μίλησε για «κόφτες» και «εξαιρέσεις», χωρίς να εξηγεί πώς προτείνει να διασφαλιστεί η ισορροπία μεταξύ εργαζομένων και επιχειρήσεων σε μια ανταγωνιστική οικονομία.

Ο Δημήτρης Κουτσούμπας χαρακτήρισε το νομοσχέδιο «απαράδεκτο» και επανέλαβε τη γνωστή ρητορική περί «εργοδοτικών συμφερόντων», υιοθετώντας ακραίους χαρακτηρισμούς για θεσμικά όργανα και συνδικαλιστικούς εκπροσώπους. Παρέλειψε, ωστόσο, να αναφέρει ότι ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια με κυβερνητικές αποφάσεις που ενίσχυσαν το εισόδημα των εργαζομένων.

Ο Αλέξης Χαρίτσης μίλησε για «κοινωνικό εμπαιγμό», υποστηρίζοντας ότι δεν ενισχύεται η συλλογική διαπραγμάτευση, χωρίς να παρουσιάσει εναλλακτική πρόταση πέραν γενικών διακηρύξεων περί «πολιτικής αλλαγής».

Ο Κυριάκος Βελόπουλος επέλεξε υψηλούς τόνους, κάνοντας λόγο για «κυβέρνηση των σκανδάλων» και γενικεύοντας με βαρείς χαρακτηρισμούς κατά συνδικαλιστών και θεσμών, σε μια τοποθέτηση που κινήθηκε περισσότερο στη σφαίρα της καταγγελίας παρά της τεκμηρίωσης.

Η ουσία παραμένει ότι το νομοσχέδιο ρυθμίζει το πλαίσιο των συλλογικών συμβάσεων σε συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές υποχρεώσεις της χώρας, διασφαλίζοντας θεσμική τάξη και σαφείς κανόνες. Παρά τις κραυγές της αντιπολίτευσης, η κυβέρνηση επιμένει σε μια πολιτική που συνδυάζει ανάπτυξη, σταθερότητα και προστασία των εργαζομένων, χωρίς μικροκομματικές σκοπιμότητες.