Η υπουργός Εργασίας απαντά για το σκάνδαλο με τα προγράμματα κατάρτισης και τις καταγγελίες κατά του προέδρου της ΓΣΕΕ.

Η υπουργός Εργασίας Νίκη Κεραμέως, σχολίασε τις αποκαλύψεις γύρω από τα προγράμματα κατάρτισης, στο επίκεντρο των οποίων βρίσκεται ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος.

Μιλώντας στο MEGA και στην εκπομπή «Live News», η υπουργός τόνισε ότι «προφανώς και είναι πάρα πολύ σημαντικό να χύνεται άπλετο φως, εξού και οι έρευνες», απορρίπτοντας ταυτόχρονα αιτιάσεις περί παρατυπιών στη διαχείριση των συγκεκριμένων προγραμμάτων.

Η κ. Κεραμέως υπογράμμισε ότι πρόκειται για δύο διαφορετικά θέματα: αφενός η διαχρονική συνεργασία της Πολιτείας με τους εθνικούς κοινωνικούς εταίρους για την υλοποίηση προγραμμάτων κατάρτισης και αφετέρου η τυχόν χρήση που έκανε συγκεκριμένος φορέας ή φυσικά πρόσωπα.

Όπως ανέφερε, τα προγράμματα εντάχθηκαν το 2021 και το 2022, με καταληκτική ημερομηνία το τέλος του 2023. Καθώς η υλοποίησή τους δεν είχε ολοκληρωθεί, υπήρχε –όπως είπε– ανάγκη παράτασης, ώστε να μη δημιουργηθούν νομικές αξιώσεις κατά του ελληνικού Δημοσίου.

Η τότε διοίκηση της ΓΣΕΕ προσέφυγε στο Ελεγκτικό Συνέδριο για την παράταση, ενώ παράλληλα εξελισσόταν διαπραγμάτευση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τη χρηματοδότησή τους.

Σύμφωνα με την υπουργό, μέρος των προγραμμάτων εντάχθηκε στο νέο ΕΣΠΑ 2021–2027, ενώ όσα δεν καλύφθηκαν μεταφέρθηκαν σε εθνικούς πόρους, μέσω σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.

Η ίδια έκανε λόγο για «απόλυτη διαστρέβλωση», σημειώνοντας ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν απέρριψε τα προγράμματα συνολικά, αλλά πρότεινε διαφορετική χρηματοδοτική πηγή. Τόνισε επίσης ότι η σχετική διάταξη ψηφίστηκε χωρίς να καταψηφιστεί από κανένα κόμμα.

«Ό,τι έγινε, έγινε σύμφωνα με το εθνικό και το ενωσιακό δίκαιο, για την προστασία του δημόσιου συμφέροντος», ανέφερε χαρακτηριστικά.

«Άπλετο φως» και συλλογικές συμβάσεις

Αναφερόμενη προσωπικά στον κ. Παναγόπουλο, η κ. Κεραμέως ξεκαθάρισε ότι «οι κατηγορίες αφορούν φυσικό πρόσωπο και όχι τη ΓΣΕΕ ως θεσμικό εταίρο», επαναλαμβάνοντας ότι η υπόθεση πρέπει να διερευνηθεί πλήρως.

Παράλληλα, στάθηκε στη σημασία της κύρωσης της εθνικής κοινωνικής συμφωνίας, επισημαίνοντας ότι ανοίγει ο δρόμος για:

  • ευκολότερη σύναψη συλλογικών συμβάσεων,
  • προστασία περισσότερων εργαζομένων,
  • πλήρη επαναφορά της μετενέργειας,
  • δυνατότητα για αυξήσεις αποδοχών μέσω συλλογικών ρυθμίσεων.