Η σύγκρουση στην Ελπίδα για τη Δημοκρατία εξελίσσεται σε δημόσιο ξεκαθάρισμα λογαριασμών, την ώρα που το νεοσύστατο κόμμα φυλλορροεί.

Η πολιτική εκδοχή του «Κράμερ εναντίον Κράμερ» συνεχίζεται στο κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού, με τον Θανάση Αυγερινό να επανέρχεται και να ανοίγει νέο γύρο στην εσωτερική σύγκρουση που έχει μετατρέψει την Ελπίδα για τη Δημοκρατία σε πεδίο αλληλοεξόντωσης.

Η Καρυστιανού καταγγέλλει σχέδια υφαρπαγής της ηγεσίας, πραξικοπηματικές κινήσεις, εκβιασμούς και συντονισμένη στήριξη του Αυγερινού από το «σύστημα». Ο πρώην εκπρόσωπος Τύπου απαντά με καταγγελίες για ένα προσωποπαγές κόμμα, «δύο γυναίκες και πολλούς στρατιώτες», έλλειψη δημοκρατίας και ανθρώπους που ενδιαφέρονται για τις βουλευτικές καρέκλες. Το υποτιθέμενο νέο ξεκίνημα θυμίζει ήδη τις πιο κακές ημέρες των κομμάτων που οι ίδιοι κατήγγειλαν.

Ο «πραξικοπηματίας»

Ο Αυγερινός, μιλώντας στον Κύπριο ευρωβουλευτή Φειδία Παναγιώτου, σε συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Αγιον Ορος, έθεσε ένα εύλογο ερώτημα: εφόσον η Καρυστιανού τον θεωρούσε μέρος μιας «πραξικοπηματικής κίνησης», γιατί του είχε αναθέσει την κεντρική παρουσίαση της ιδρυτικής διακήρυξης;

Το ερώτημα εκθέτει πρωτίστως την ίδια την ηγεσία. Είτε οι σοβαρές κατηγορίες κατά του Αυγερινού στηρίζονται σε στοιχεία που προέκυψαν αργότερα και πρέπει να παρουσιαστούν είτε χρησιμοποιήθηκαν ως βολικό περίβλημα για την απομάκρυνση ενός συνεργάτη που έπαψε να είναι βολικός. Η αόριστη επίκληση «σχεδίων», «συστήματος» και «υφαρπαγής» προκαλεί περισσότερες απορίες απ’ όσες απαντά.

Ούτε ο Αυγερινός, πάντως, μπορεί να παριστάνει τον ανυποψίαστο περαστικό. Υπήρξε μέλος του στενού ιδρυτικού πυρήνα, τρίτος υπογράφων της ιδρυτικής διακήρυξης μετά την Καρυστιανού και τη Μαρία Γρατσία, και βασικός άνθρωπος της επικοινωνίας. Αν το κόμμα ήταν πράγματι ένα αρχηγικό σχήμα «δύο γυναικών και πολλών στρατιωτών», όπως σήμερα υποστηρίζει, συμμετείχε στη συγκρότηση και στη δημόσια προβολή του. Η όψιμη ανακάλυψη της εσωτερικής δημοκρατίας έχει έντονη μυρωδιά… καμένης καρέκλας.

Οι πολλοί αποχωρήσαντες

Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν ο Αυγερινός αποχώρησε από τη θέση του εκπροσώπου Τύπου καταγγέλλοντας, μεταξύ άλλων, τη λειτουργία παράλληλου γραφείου Τύπου. Η Καρυστιανού τον έθεσε εκτός κινήματος, αποδίδοντάς του «διχαστικές δηλώσεις και συμπεριφορές» και «άδηλο σχέδιο διαβολής και ελέγχου». Εκείνος απάντησε με ειρωνείες περί εγωμανίας και συνέχισε τον δημόσιο πόλεμο.

Πίσω από τον καβγά των δύο, όμως, βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα. Η Ελπίδα ξεμένει από ανθρώπους πριν προλάβει να αποκτήσει σταθερή οργανωτική δομή. Είχαν προηγηθεί οι αποχωρήσεις του Βασίλη Κοκοτσάκη και του Αθανασίου Παπανικολάου, ενώ ακολούθησαν στελέχη όπως η Κατερίνα Μουτσάτσου, ο Ηλίας Μιχάλας, ο Κώστας Ντουντουλάκης και ο Νίκος Μπρουτζάκης. Συνολικά, 22 πρώην στελέχη και συνεργάτες υπέγραψαν κοινή ανακοίνωση, καταγγέλλοντας συγκέντρωση των αποφάσεων σε περιορισμένο κύκλο, απουσία συλλογικών διαδικασιών και έλλειψη θεσμικής διαφάνειας.

Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται και η Μαρία Γρατσία, η οποία εμφανίζεται ως το δεύτερο ισχυρό πρόσωπο του εγχειρήματος. Η εικόνα ενός κλειστού διευθυντηρίου Καρυστιανού-Γρατσία ενισχύεται από τον αριθμό και την ταχύτητα των αποχωρήσεων. Οταν φεύγουν ένας ή δύο, μπορεί να φταίνε οι ίδιοι. Οταν αποχωρούν δεκάδες, η ηγεσία οφείλει να κοιταχτεί στον καθρέφτη.

Ο Αυγερινός κατηγορεί πρώην συνοδοιπόρους του ότι ενδιαφέρονται μόνο για την είσοδο στη Βουλή. Η Καρυστιανού αποδίδει τις αντιδράσεις σε προσωπικές φιλοδοξίες και οργανωμένα κέντρα. Και οι δύο χρησιμοποιούν το παλιότερο τέχνασμα κάθε προβληματικού κομματικού μηχανισμού: για όλα φταίνε οι άλλοι.

Ενα κόμμα πριν από την αποσύνθεση

Το πολιτικό αποτέλεσμα είναι καταστροφικό και για τις δύο πλευρές. Η Καρυστιανού εμφανίζεται ανίκανη να συγκρατήσει ακόμη και τον πρώτο πυρήνα των συνεργατών της. Ο Αυγερινός επιχειρεί να αποσείσει τις δικές του ευθύνες, παρότι συνυπέγραψε, εκπροσώπησε και διαφήμισε το ίδιο οικοδόμημα που σήμερα καταγγέλλει.

Το κόμμα που υποσχέθηκε να ανανεώσει τη Δημοκρατία κατάφερε μέσα σε ελάχιστους μήνες να αναπαραγάγει αρχηγισμό, εκκαθαρίσεις, καχυποψία, δημόσιες προσβολές και μάχη για τον έλεγχο. «Κράμερ εναντίον Κράμερ», λοιπόν, μόνο που εδώ το διαζύγιο αφορά ένα «πολιτικό σπίτι» το οποίο άρχισε να γκρεμίζεται προτού καν αποπερατωθεί.