Σήμερα είναι πολύ βαρύ το μολύβι για να γράψω. Το περιστατικό αυτοχειρίας στην Ηλιούπολη είναι, χωρίς υπερβολή, ένα από τα πιο σοκαριστικά πράγματα που έχω διαβάσει ποτέ.
Και όχι μόνο για τον τρόπο. Κυρίως για τη σιωπή που προηγήθηκε. Για το αόρατο βάρος που κουβαλούσαν δύο παιδιά μόλις 17 ετών. Δεν τολμώ καν να φανταστώ τι μπορεί να ένιωθαν για να φτάσουν στο σημείο να σχεδιάσουν μαζί το τέλος τους. Γιατί αυτό δεν ήταν μια παρόρμηση της στιγμής. Ήταν μια κραυγή πόνου που κανείς δεν άκουσε εγκαίρως.
Το πιο συγκλονιστικό είναι ότι έπεσαν χέρι-χέρι. Δύο παιδιά που, μέσα στο απόλυτο σκοτάδι τους, κρατήθηκαν μεταξύ τους μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Και αυτή η εικόνα διαλύει κάθε άνθρωπο που ακόμη μπορεί να νιώσει.
Μιλάμε συνεχώς για επιτυχίες, βαθμούς, πανελλαδικές, στόχους, μέλλον. Μα ξεχνάμε ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν ψυχές. Παιδιά εξαντλημένα, τρομαγμένα, πιεσμένα να αποδείξουν ότι αξίζουν. Παιδιά που φοβούνται να αποτύχουν, που νιώθουν ότι δεν χωρούν πουθενά αν δεν είναι «αρκετά». Και η κατάθλιψη δεν φαίνεται πάντα. Κρύβεται πίσω από χαμόγελα, αστεία, καθημερινές κουβέντες.
Κανένα παιδί δεν φεύγει από τη ζωή επειδή «ήθελε να πεθάνει». Φεύγει γιατί κάποια στιγμή πίστεψε ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος να σταματήσει να πονά.