Η προσφυγή του Παναγιώτη Δημητρά κατά δύο δημοσιογράφων, για δημοσίευμα που αφορούσε τη ΜΚΟ της οποίας είναι επικεφαλής, δεν έγινε δεκτή από τη Δικαιοσύνη.
Στο κενό έπεσε άλλη μια μήνυσητου «εθνικού μας μηνυτή», όπως έχει χαρακτηρισθεί ο Παναγιώτης Δημητράς από μερίδα του Τύπου και όχι μόνο, καθώς επιδίδεται στο συγκεκριμένο… σπορ επί παντός επιστητού κι ανεξάρτητα με το αν πλήττεται ο ίδιος.
Αυτήν τη φορά η μήνυσή του, για συκοφαντική δυσφήμηση, στρεφόταν κατά του δημοσιογράφου Παναγιώτη Τσιμπούκη και του τότε προέδρου του ΑΠΕ, Αιμίλιου Περδικάρη, και αφορούσε δημοσίευμα, που τελικά με βάση την εισαγγελική διάταξη χαρακτηρίστηκε πέρα για πέρα αληθές.
Στο κείμενό του ο δημοσιογράφος αναφερόταν μεταξύ άλλων σε «Διάταξη της Αρχής Καταπολέμησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες με την οποία διατάχθηκε η απαγόρευση της κίνησης συγκεκριμένου λογαριασμού του μηνυτή Παναγιώτη Δημητρά και της συζύγου του, λόγω της ιδιότητάς τους ως πραγματικών δικαιούχων-εταίρων με ποσοστά συμμετοχής 50% και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Αστικής Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας, Εταιρεία Πολιτικής Έρευνας (ΕΤΕΠΕ), διότι με βάση πορισματική αναφορά της Αˈ Μονάδας της Αρχής προς τον εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ότι ο προσφεύγων και η σύζυγός του, τουλάχιστον από το 2010, επεδίωκαν να χρησιμοποιούν για ίδιον όφελος χρήματα προοριζόμενα για ανθρωπιστικούς σκοπούς που ανήκαν στην Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Εταιρεία Επικοινωνιακής Πολιτικής Έρευνας», τα οποία είχαν προέλθει κυρίως από εισερχόμενα εμβάσματα χρηματοδοτήσεων Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, εταιρειών, συναφών ιδρυμάτων εξωτερικού με ανθρωπιστικό χαρακτήρα και ιδιωτών, προκαλώντας με αυτές τις πράξεις τους, κατά παράβαση κανόνων επιμελούς διαχείρισης, βέβαιη ζημία που «υπερβαίνει τα 120.000 ευρώ».
Ουδέν το μεμπτόν...
Όσον αφορά το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης, η Εισαγγελική Διάταξη την καταρρίπτει, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων: «Ειδικότερα από τον τρόπο παράθεσης της είδησης στο εν λόγω δημοσίευμα και από το ύφος της γραφής του πρώτου εγκαλουμένου, αλλά και από την απουσία οιασδήποτε δυσμενούς κριτικής για το πρόσωπο του Παναγιώτη Δημητρά, συνάγεται χωρίς αμφιβολία ότι η χρησιμοποίηση του απόρρητου εγγράφου από τον δημοσιογράφο δεν έγινε με σκοπό να βλάψει την τιμή του μηνυτή, αλλά με σκοπό να ενημερωθεί έγκαιρα η κοινή γνώμη και να μεταδοθεί άμεσα η συγκεκριμένη είδηση για ένα σημαντικό θέμα δημοσίου συμφέροντος εν όψει τού ότι τα χρήματα που ερευνούνταν προορίζονταν για ανθρωπιστικούς σκοπούς και προέρχονταν από συνεισφορές Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων».
Και καταλήγει: «Συνεπώς άπαντα τα αναγραφόμενα στο επίμαχο δημοσίευμα, το οποίο συνέταξε ο πρώτος εγκαλούμενος, ήταν αληθή, αποκλειομένης ως εκ τούτου της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης. Σημειωτέον εξάλλου ότι ο συντάκτης του εν λόγω δημοσιεύματος δεν ισχυρίσθηκε ότι ο εγκαλών τέλεσε τις ανωτέρω αναφερόμενες αξιόποινες πράξεις δυνάμει των οποίων ακολούθησε η δέσμευση της περιουσίας του, ούτε εξέφρασε κρίση περί του εάν είναι βάσιμες οι κατηγορίες ή όχι. Τουναντίον, αυτός αρκέστηκε στην παράθεση μόνον της είδησης περί της έκδοσης της άνω Διάταξης της Αρχής καθώς και του περιεχομένου εν πολλοίς των συμπερασμάτων του πορίσματος που συνετάγη δυνάμει του οποίου εξεδόθη η άνω Διάταξη της Αρχής και η οποία διεβιβάσθη, ως αναγράφεται στο κείμενο της Διάταξης, στον κ. εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών για τον σχηματισμό ποινικής δικογραφίας σχετικά με τα αδικήματα κακουργηματικού χαρακτήρα που περιγράφονται σε αυτήν».
Ουσιαστικά αβάσιμη
Η εισαγγελική λειτουργός δεν παραλείπει να «δικαιολογήσει» και την αναγκαιότητα τέτοιων δημοσιευμάτων, καθώς σημειώνει: «Σημειώνουμε ότι, εκ του τρόπου παράθεσης της είδησης στο εν λόγω δημοσίευμα και του ύφους της γραφής του πρώτου εγκαλουμένου, αναδεικνύεται χωρίς αμφιβολία η αληθής πρόθεσή του πληροφόρησης του αναγνωστικού κοινού σχετικώς με το συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα την ίδια ημέρα, λαμβάνοντας εξάλλου υπ’ όψιν ότι το εν λόγω άρθρο περιείχε αναδημοσίευση της είδησης που είχε ήδη την ίδια ημέρα δημοσιευθεί από έτερη πηγή στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης».
Όσον αφορά τον ισχυρισμό του μηνυτή ότι παραβιάσθηκε το απόρρητο, η εισαγγελέας το αντικρούει, σημειώνοντας: «Αντιθέτως, προέκυψαν ενδείξεις ότι η διαρροή προς τον δημοσιογραφικό κόσμο του κειμένου της Διάταξης για δέσμευση του εγκαλουμένου και της συζύγου του έλαβε πράγματι χώρα συνεπεία παράνομης συμπεριφοράς υπαλλήλου, ο οποίος κατά παράβαση των καθηκόντων του γνωστοποίησε σε άλλον απόρρητα που γνώριζε λόγω της υπηρεσίας του. Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση έγκληση τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη, αφού αποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο του επίμαχου δημοσιεύματος ήταν αληθές και δεν προέκυψε σκοπός εξύβρισης του εγκαλούντος, ενώ δεν προέκυψαν στοιχεία σε βάρος κανενός εκ των εγκαλουμένων περί της τέλεσης εκ μέρους τους του αδικήματος της παραβίασης υπηρεσιακού απορρήτου».


