Οι Ισλανδοί ψηφίζουν στις 29 Αυγούστου για το ευρωπαϊκό μέλλον της χώρας, με οικονομία, αλιεία και ασφάλεια στο επίκεντρο.
Στις κάλπες προσέρχονται το Σάββατο 29 Αυγούστου οι πολίτες της Ισλανδίας, προκειμένου να αποφασίσουν αν η χώρα θα επανεκκινήσει τις συνομιλίες για ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση, περισσότερο από μία δεκαετία μετά το «πάγωμα» της σχετικής διαδικασίας.
Η Ισλανδία είχε υποβάλει αίτηση ένταξης στην ΕΕ το 2009, στον απόηχο της οικονομικής και τραπεζικής κρίσης που είχε πλήξει σοβαρά τη χώρα. Οι διαπραγματεύσεις άρχισαν την επόμενη περίοδο, όμως η κεντροδεξιά κυβέρνηση που ανέλαβε αργότερα επέλεξε να αναστείλει τη διαδικασία, καθώς κυριάρχησαν οι ανησυχίες για την αλιευτική πολιτική, τον έλεγχο των θαλάσσιων πόρων και την εθνική κυριαρχία.
Η σημερινή κεντροαριστερή κυβέρνηση συνασπισμού είχε δεσμευθεί για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος σχετικά με την επανέναρξη των συνομιλιών το αργότερο έως το 2027, παράλληλα με την επιδίωξη στενότερων σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση, τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες και το ΝΑΤΟ.
Από την οικονομία στην ασφάλεια της Αρκτικής
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκονται παραδοσιακά οι οικονομικές συνέπειες μιας ενδεχόμενης ένταξης, μεταξύ των οποίων η μελλοντική σχέση της Ισλανδίας με το ευρώ, καθώς και οι αλλαγές που θα μπορούσαν να προκύψουν στην αλιευτική πολιτική.
Η διεθνής συγκυρία έχει προσθέσει πλέον και μία έντονη γεωπολιτική διάσταση. Οι εξελίξεις γύρω από τη Γροιλανδία και η αυξανόμενη σημασία της Αρκτικής για τις μεγάλες δυνάμεις έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας του Βόρειου Ατλαντικού.
Η Ισλανδία διαθέτει ισχυρή ακτοφυλακή, χωρίς να διατηρεί ένοπλες δυνάμεις ή υπουργείο Άμυνας. Παράλληλα, αποτελεί μέλος του ΝΑΤΟ, συμμετέχει στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στη ζώνη Σένγκεν, έχοντας ήδη στενή θεσμική και οικονομική σχέση με την Ευρώπη.
Πρόσφατα συμμετείχε επίσης σε συμφωνία με τέσσερις ακόμη χώρες του ΝΑΤΟ για την ενίσχυση της θαλάσσιας ασφάλειας στην Αρκτική και στον Βόρειο Ατλαντικό, μια περιοχή που αποκτά μεγαλύτερη στρατηγική σημασία λόγω και της αυξημένης ρωσικής ναυτικής δραστηριότητας.
Γιατί η Ισλανδία αποκτά μεγαλύτερη αξία για την ΕΕ
Αναλυτές εκτιμούν ότι οι νέες συνθήκες ασφαλείας έχουν ενισχύσει τη σημασία της Ισλανδίας και για τις Βρυξέλλες. Ο διευθυντής Ευρωπαϊκών και Παγκόσμιων Υποθέσεων του European Policy Centre, Almut Möller, σημείωσε ότι η χώρα αποτελεί πλέον πολύ πιο σημαντικό εταίρο για την ευρωπαϊκή ασφάλεια σε σχέση με πριν από μία δεκαετία.
Στο εσωτερικό της ΕΕ υπάρχει παράλληλα ενδιαφέρον για την ανάδειξη της δυνατότητας της Ένωσης να προσελκύει νέα κράτη, καθώς η διεύρυνση συνδέεται πλέον άμεσα με τη γεωπολιτική και την ασφάλεια. Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερο συμβολισμό μία δεκαετία μετά το βρετανικό δημοψήφισμα του 2016 και το Brexit.
Η πρωθυπουργός της Ισλανδίας Kristrún Frostadóttir έχει επισημάνει ότι το αυξημένο ευρωπαϊκό ενδιαφέρον θα μπορούσε να ενισχύσει τη διαπραγματευτική θέση της χώρας.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον Ragnar Hjálmarsson του ισλανδικού think tank Varda, μεταβάλλεται και ο τρόπος με τον οποίο οι ίδιοι οι Ισλανδοί αντιλαμβάνονται τη στρατηγική σημασία της χώρας τους.
Η αμερικανική στρατιωτική παρουσία είχε περιοριστεί σημαντικά το 2006, όταν η Ουάσιγκτον θεωρούσε ότι οι απειλές στην περιοχή είχαν υποχωρήσει. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η δραστηριότητα του αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού και οι επενδύσεις του ΝΑΤΟ στην περιοχή αυξήθηκαν εκ νέου, μετατρέποντας την Ισλανδία σε κρίσιμο κρίκο για την ασφάλεια του Βόρειου Ατλαντικού.