Η Ισλανδία δεν πρόκειται να επιστρέψει, στην παρούσα φάση, στις διαπραγματεύσεις για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Το «όχι» εξασφάλισε προβάδισμα  το οποίο θεωρείται σχεδόν αδύνατο να ανατραπεί, καθώς η καταμέτρηση των ψήφων στο σχετικό δημοψήφισμα πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της.

Με βάση τα αποτελέσματα που μεταδίδει απευθείας η δημόσια τηλεόραση RÚV, το «όχι» συγκεντρώνει 52,5%, έναντι 47,5% του «ναι». Η μεταξύ τους διαφορά διαμορφώνεται στις πέντε ποσοστιαίες μονάδες.

Απομένει να ενσωματωθεί μόνο ένα μέρος των ψήφων από εκλογική περιφέρεια στην οποία το «όχι» είχε ήδη επικρατήσει.

«Η χώρα απορρίπτει τις διαπραγματεύσεις για την ένταξη στην Ε.Ε.», αναγγέλλει η RÚV στην ιστοσελίδα της.

Εφόσον δεν σημειωθεί κάποια απρόβλεπτη ανατροπή, το αποτέλεσμα συνιστά σημαντική αρνητική εξέλιξη για την Ε.Ε.. Οι Βρυξέλλες έβλεπαν θετικά μια πιθανή ισλανδική υποψηφιότητα και εμφανίζονταν πρόθυμες να προχωρήσουν σε συμβιβασμούς, προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη της χώρας.

Μετά την ετυμηγορία των πολιτών, κάθε συζήτηση για την ευρωπαϊκή προοπτική της Ισλανδίας αναμένεται να ανασταλεί τουλάχιστον μέχρι το 2028.

Καθοριστικό ρόλο στη στάση των ψηφοφόρων διαδραμάτισε η αλιεία, η οποία αποτελεί έναν από τους βασικότερους τομείς της ισλανδικής οικονομίας. Το Ρέικιαβικ θέλει να διατηρήσει τον αποκλειστικό έλεγχο των αλιευτικών του πόρων και των χωρικών υδάτων. Η επιδίωξη αυτή ενισχύει τις επιφυλάξεις απέναντι στους ευρωπαϊκούς κανόνες για τις αλιευτικές ποσοστώσεις.

Στο επίκεντρο το κόστος ζωής

Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η Ισλανδία βρίσκεται αντιμέτωπη με υψηλό πληθωρισμό και αυξημένο κόστος δανεισμού.

Το βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας της χώρας βρίσκεται στο 8%, όταν το αντίστοιχο επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας διαμορφώνεται στο 2,25%. Η μεγάλη αυτή απόσταση έχει επιβαρύνει ιδιαίτερα τα νοικοκυριά που αποπληρώνουν στεγαστικά δάνεια.

Οι υποστηρικτές του «ναι» υποστήριζαν ότι μια μελλοντική υιοθέτηση του ευρώ θα μπορούσε να περιορίσει την οικονομική αστάθεια και να μειώσει το κόστος χρηματοδότησης.

Στην αντίπερα όχθη, η επικεφαλής της αντιπολίτευσης Γκούντρουν Χαφστάινσντότιρ, η οποία τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας του «όχι», δήλωσε ότι «δεν είναι προβλήματα που θα λύσουν οι Βρυξέλλες».

Η προοπτική επανόδου της Ισλανδίας στην ενταξιακή διαδικασία είχε γίνει δεκτή θετικά στις Βρυξέλλες, ειδικά σε μια συγκυρία κατά την οποία αυξάνεται ο σκεπτικισμός γύρω από τη διεύρυνση της Ένωσης. Παράλληλα, η στρατηγική θέση της χώρας στον υποαρκτικό χώρο αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα, εξαιτίας της έντασης που καταγράφεται στην Αρκτική.

Παρά την ανάκαμψη της οικονομίας και τη συμμετοχή της Ισλανδίας στην ενιαία ευρωπαϊκή αγορά, η αστάθεια της κορόνας εξακολουθεί να προβληματίζει. Ο συνδυασμός πληθωρισμού και υψηλών επιτοκίων καθιστά το ευρώ ελκυστικό για αρκετά νοικοκυριά που βρίσκονται αντιμέτωπα με αυξημένα χρέη.

Την ίδια ώρα, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ενισχύσει τους προβληματισμούς σχετικά με την ασφάλεια της χώρας. Η Ισλανδία δεν διαθέτει δικές της ένοπλες δυνάμεις και στηρίζεται στο ΝΑΤΟ, καθώς και στην αμυντική συμφωνία που υπέγραψε το 1951 με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Πρόσθετη ανησυχία στο Ρέικιαβικ προκάλεσαν οι αναφορές του Ντόναλντ Τραμπ στη Γροιλανδία, όπως και οι δηλώσεις του για το ενδεχόμενο κατάληψής της.

Για τις Βρυξέλλες, η επιστροφή της Ισλανδίας στις συνομιλίες θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θετικό παράδειγμα για την πολιτική διεύρυνσης. Μια τέτοια εξέλιξη εκτιμάται ότι θα είχε επιρροή και σε χώρες όπως το Μαυροβούνιο και η Νορβηγία.

Η Ισλανδία είχε υποβάλει αίτηση ένταξης στην Ε.Ε. το 2009, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση που μέσα σε λίγες εβδομάδες αποδιοργάνωσε μεγάλο μέρος του τραπεζικού της συστήματος.

Οι διαπραγματεύσεις ξεκίνησαν το 2010 και προχώρησαν σε 27 κεφάλαια. Από αυτά, τα 11 είχαν κλείσει προσωρινά. Η διαδικασία ανεστάλη το 2013 από την ευρωσκεπτικιστική κυβέρνηση που είχε αναλάβει την εξουσία.

Δύο χρόνια αργότερα, η χώρα ανακοίνωσε επισήμως την απόσυρση της υποψηφιότητάς της. Επρόκειτο για μία από τις ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες η διαδικασία διεύρυνσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης οδηγήθηκε σε επίσημη υπαναχώρηση.

Η κεντροαριστερή κυβέρνηση, η οποία κέρδισε τις εκλογές του 2024 έχοντας δεσμευτεί ότι θα προχωρήσει σε δημοψήφισμα, διαπίστωσε έπειτα από σχετική έρευνα ότι οι Βρυξέλλες δεν είχαν ακυρώσει ποτέ την αρχική αίτηση ένταξης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση είχε επιβεβαιώσει ότι η Ισλανδία μπορούσε να συνεχίσει τις διαπραγματεύσεις από το σημείο στο οποίο είχαν διακοπεί.