Ο Ντόναλντ Τραμπ εντείνει την πίεση προς το Ιράν, συγκεντρώνοντας στρατιωτικές δυνάμεις και ενισχύοντας τη ρητορική αποτροπής.

Η Τεχεράνη, ωστόσο, δεν παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις. Στον αντίποδα, επεξεργάζεται μια πολυεπίπεδη στρατηγική με στόχο να αντέξει μια πιθανή αμερικανική επέμβαση και να μετατρέψει μια ενδεχόμενη σύγκρουση σε πόλεμο φθοράς.

Σύμφωνα με ανάλυση του Newsweek, το Ιράν επιδιώκει να «αντέξει περισσότερο» από μια αμερικανική ηγεσία που παραδοσιακά επιζητεί γρήγορα και καθαρά αποτελέσματα. Το δημοσίευμα φέρει τον χαρακτηριστικό τίτλο: «Πώς το Ιράν προετοιμάζεται να αντέξει περισσότερο από τον Τραμπ σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο».

Ο πρώην επικεφαλής του τμήματος Ιράν της Διεύθυνσης Έρευνας και Ανάλυσης των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων και νυν ανώτερος ερευνητής στο Πρόγραμμα Ιράν και Σιιτικού Άξονα του Ινστιτούτου Μελετών Εθνικής Ασφάλειας επισημαίνει ότι, παρά τα σημαντικά επιχειρησιακά πλήγματα που δέχθηκε η Τεχεράνη από Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες, σε στρατηγικό επίπεδο «ελάχιστα έχουν αλλάξει».

Το Ιράν, όπως τονίζει, είχε αναπτύξει μια ισχυρή πυραυλική δύναμη ακριβώς για ένα τέτοιο σενάριο. Παρά τις σοβαρές ζημιές στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, διατηρεί υλικό υψηλού εμπλουτισμού και τουλάχιστον θεωρητικά τη δυνατότητα επανεκκίνησης του εμπλουτισμού, έστω και σε περιορισμένη κλίμακα.

Το «πυρηνικό όπλο» και η προσαρμοστικότητα

Το πυρηνικό πρόγραμμα δεν αποτελεί το μοναδικό διαπραγματευτικό όπλο της Τεχεράνης. Η ιρανική ηγεσία φέρεται να επενδύει στην προσαρμογή και στη διασπορά κρίσιμων υποδομών, ώστε να διασφαλίσει επιχειρησιακή συνέχεια ακόμη και υπό συνθήκες εκτεταμένων πληγμάτων.

Στόχος είναι η ενίσχυση της πλεονάζουσας ικανότητας, η σκλήρυνση των εγκαταστάσεων και η δημιουργία μιας αρχιτεκτονικής άμυνας που θα επιτρέπει στο σύστημα να παραμένει λειτουργικό ακόμη και μετά από απώλειες. Αναλυτές εκτιμούν επίσης ότι το Ιράν δεν έχει αξιοποιήσει πλήρως όλες τις στρατιωτικές του δυνατότητες.

Στενά του Ορμούζ: Ο γεωπολιτικός μοχλός πίεσης

Κομβικό στοιχείο της ιρανικής στρατηγικής παραμένει η δυνατότητα διατάραξης της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να προκαλέσει άμεση άνοδο στις τιμές της ενέργειας και αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.

Η Τεχεράνη διαθέτει σημαντικό αριθμό πυραύλων μικρού βεληνεκούς, παράκτια αντιπλοϊκά συστήματα και μέσα ασύμμετρου ναυτικού πολέμου, ικανά να στοχεύσουν αμερικανικά πλοία στον Περσικό Κόλπο.

Ο «Άξονας της Αντίστασης» και τα περιφερειακά μέτωπα

Παρά τα πλήγματα που έχει υποστεί ο λεγόμενος «Άξονας της Αντίστασης» μετά την επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023, οργανώσεις που συνδέονται με το Ιράν διατηρούν επιχειρησιακή ικανότητα.

Οι Χούθι έχουν ήδη αποδείξει ότι μπορούν να πλήξουν πλοία στην Ερυθρά Θάλασσα, αυξάνοντας το κόστος μεταφορών και επιβαρύνοντας τις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες. Έτσι, η σύγκρουση δεν περιορίζεται σε διμερές επίπεδο, αλλά αποκτά περιφερειακές και διεθνείς διαστάσεις.

Αβεβαιότητα στην Ουάσιγκτον

Στην Ουάσιγκτον δεν είναι απολύτως σαφές ποιος θα ήταν ο τελικός στρατηγικός στόχος μιας νέας σύγκρουσης. Αναλυτές υπογραμμίζουν ότι δεν έχει παρουσιαστεί με σαφήνεια ένα ολοκληρωμένο σχέδιο, ενώ οι πιέσεις από πιο «σκληρές» φωνές περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών του Λευκού Οίκου.

Ο Νέιτ Σουάνσον, πρώην αξιωματούχος του Στέιτ Ντιπάρτμεντ και διευθυντής του Iran Strategy Project στο πρόγραμμα Scowcroft Middle East Security Initiative του Atlantic Council, επισημαίνει ότι η Τεχεράνη γνωρίζει πως δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τη στρατιωτική υπεροχή των ΗΠΑ και του Ισραήλ.

Ωστόσο, αν καταφέρει να προκαλέσει σημαντικό πολιτικό και οικονομικό κόστος είτε μέσω απωλειών είτε μέσω εκτίναξης των τιμών της ενέργεια ίσως επηρεάσει τους υπολογισμούς της αμερικανικής ηγεσίας. Πρόκειται, όπως σημειώνει, για ένα υψηλού ρίσκου στοίχημα.

Η «Ιερή Άμυνα» ως στρατηγικό δόγμα

Η ιρανική στρατηγική εδράζεται στις εμπειρίες του πολέμου με το Ιράκ μετά την Ισλαμική Επανάσταση του 1979, υπό τον αγιατολάχ Ρουχολάχ Χομεϊνί, προκάτοχο του Αλί Χαμενεΐ. Η σύγκρουση με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν διαμόρφωσε το δόγμα της απορρόφησης πλήγματος, της ανταπόδοσης και της προσφυγής σε ασύμμετρο πόλεμο.

Η εμπειρία εκείνης της περιόδου, γνωστής στο Ιράν ως «Ιερή Άμυνα», παραμένει θεμέλιο της στρατηγικής σκέψης της χώρας.

Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η Τεχεράνη είτε μπλοφάρει, ποντάροντας στον φόβο γενικευμένης σύρραξης, είτε πιστεύει ότι ένα έγκαιρο και ηχηρό πλήγμα σε αμερικανικά συμφέροντα θα μπορούσε να επιβάλει αναδίπλωση. Το ενδεχόμενο απωλειών Αμερικανών, ωστόσο, θα μπορούσε να οδηγήσει σε ακόμη πιο σκληρή αντίδραση.

Η άλλη πλευρά του Κόλπου

Καθοριστικός είναι και ο ρόλος των περιφερειακών δυνάμεων. Η Τουρκία και αραβικά κράτη του Κόλπου, όπως η Σαουδική Αραβία, εμφανίζονται επιφυλακτικά απέναντι σε μια νέα πολεμική αναμέτρηση. Φοβούνται τόσο ιρανικά αντίποινα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές όσο και πιθανή αποσταθεροποίηση του ιρανικού καθεστώτος.

Παρά τις διαφορές τους με την Τεχεράνη, προκρίνουν τη διατήρηση της ισορροπίας αντί μιας ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης. Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό των ΗΠΑ ενισχύονται οι φωνές υπέρ μιας πιο σκληρής στάσης, ενώ το Ισραήλ υποστηρίζει μια πιο αποφασιστική προσέγγιση.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ουάσιγκτον δεν είναι μόνο αν μπορεί να πλήξει εκ νέου το Ιράν, αλλά αν ένα τέτοιο βήμα θα αποφέρει στρατηγικό όφελος ή θα πυροδοτήσει μια ευρύτερη, δαπανηρή και απρόβλεπτη περιφερειακή σύγκρουση σε μια περιοχή όπου οι κρίσεις σπάνια παραμένουν περιορισμένες.