Σήμερα θα ήταν η γιορτή του. Μια μέρα κανονική, με ευχές, τηλέφωνα, ανθρώπους γύρω του. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει μια αίθουσα στον Κορυδαλλό και μια οικογένεια που μαθαίνει να ζει με την απουσία.

Ο Γιώργος Λυγγερίδης δεν είναι εδώ από εκείνο το βράδυ του Δεκεμβρίου 2023, έξω από το κλειστό στου Ρέντη, όταν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα χάους μια ναυτική φωτοβολίδα άλλαξε τα πάντα και άφησε πίσω της ένα κενό που δεν κλείνει. Σήμερα η δίκη προχωρά, αλλά έξω από την αίθουσα επικρατεί μια σιωπή που δύσκολα εξηγείται.

Μέσα στο δικαστήριο, οι περιγραφές όσων έγιναν εκείνο το βράδυ φέρνουν ξανά την εικόνα μπροστά. Συνάδελφοί του μιλούν για την επίθεση, για τη σύγχυση, για την προσπάθεια να τον κρατήσουν στη ζωή. Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία για κανέναν, πόσο μάλλον για την οικογένειά του που βρίσκεται εκεί κάθε μέρα και ακούει τα πάντα από την αρχή. Σε μια στιγμή που ξεχώρισε, ο πατέρας του δεν άντεξε όταν είδε χαμόγελα που δεν ταίριαζαν σε μια τέτοια υπόθεση. Αντέδρασε αυθόρμητα, όπως θα έκανε κάθε άνθρωπος στη θέση του. Εκεί φαίνεται καθαρά ότι δεν πρόκειται απλώς για μια δίκη, αλλά για μια ανοιχτή πληγή.

Κι όμως, όλα αυτά μοιάζουν να περνούν σχεδόν απαρατήρητα. Μegaλα μέσα ενημέρωσης αποφεύγουν να ασχοληθούν σοβαρά με την υπόθεση, σαν να μην τους αφορά. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία ή εξελίξεις. Είναι ότι δεν επιλέγουν να τα φωτίσουν. Όταν οι ισορροπίες είναι λεπτές και τα συμφέροντα βαραίνουν, η ενημέρωση γίνεται επιλεκτική και τελικά φτωχή. Έτσι, μια τόσο σοβαρή υπόθεση μένει στο περιθώριο.

Υπάρχουν όμως και εκείνοι που δεν την προσπερνούν. Το «Μανιφέστο» και ο ΣΚΑΪ συνεχίζουν να καλύπτουν τη δίκη, επιμένοντας να τη φέρνουν στο προσκήνιο. Και μέσα σε αυτή τη γενική σιωπή, ο Άρης Πορτοσάλτε ξεχωρίζει, γιατί επιλέγει να μιλά καθαρά και να αναδεικνύει όσα άλλοι αφήνουν στην άκρη. Σε μια περίοδο που πολλοί προτιμούν να μην εκτεθούν, αυτή η στάση έχει τη σημασία της.

Η ιστορία του Γιώργου Λυγγερίδη δεν είναι η μόνη που έμεινε χαμηλά. Υπάρχουν κι άλλοι άνθρωποι που χάθηκαν και δεν έγιναν ποτέ σύνθημα, όπως ο Θάνος Αξαρλιάν ή οι άνθρωποι που κάηκαν στο Μάτι. Δεν ταίριαξαν σε αφηγήματα, δεν εξυπηρέτησαν σκοπιμότητες, και έτσι ξεχάστηκαν πιο εύκολα απ’ όσο θα έπρεπε.

Σήμερα, που θα μπορούσε να είναι μια απλή γιορτή, η σκέψη πηγαίνει στους δικούς του ανθρώπους. Στο σπίτι που λείπει, στη φωνή που δεν θα ακουστεί, σε μια θέση που θα μείνει άδεια. Και μαζί έρχεται και το ερώτημα αν αυτή η υπόθεση θα βρει τον χώρο που της αξίζει. Γιατί στο τέλος δεν είναι θέμα επικαιρότητας. Είναι θέμα δικαιοσύνης. Και κυρίως, θέμα να μη συνηθίσουμε ποτέ αυτή τη σιωπή.