Στις 5 Μαΐου 2010, μέσα σε λίγα λεπτά, η Ελλάδα απέκτησε μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ. Τρεις εργαζόμενοι της τράπεζας Marfin Egnatia στη Σταδίου πέθαναν μέσα στο «κρεματόριο» από τις αντιμνημονιακές μολότοφ.
Τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου 2026, μια εντελώς διαφορετική, αλλά με πολλές ομοιότητες, ιστορία εκτυλισσόταν στη Θεσσαλονίκη. Τρεις εμπρηστικές επιθέσεις με αυτοσχέδιους μηχανισμούς χτύπησαν μέσα σε δεκαεπτά λεπτά τα σπίτια τριών στελεχών της Νέας Δημοκρατίας.
Η μία κατέληξε στον θάνατο της Βάγιας Νέστορα, μητέρας της πολιτεύτριας Αφροδίτης Νέστορα, ενώ τέσσερις ακόμη άνθρωποι τραυματίστηκαν. Δύο υποθέσεις, δεκαέξι χρόνια μακριά η μία από την άλλη, έγιναν ξαφνικά μέρος της ίδιας συζήτησης – όχι τυχαία, αφού και οι δύο ξεκλειδώθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα από την Ελληνική Αστυνομία πριν από λίγα 24ωρα.
Εκλεκτικές συγγένειες
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 η φράση «συγκοινωνούντα δοχεία της ελληνικής τρομοκρατίας» περιέγραφε την επιχειρησιακή και ιδεολογική διασύνδεση της λεγόμενης, τότε, «υψηλής τρομοκρατίας» στην Ελλάδα με τις ομάδες των δραστών με τα κράνη και τις κουκούλες που έριχναν πέτρες και μολότοφ με τέτοια συχνότητα και τέτοια επιχειρησιακή μανιέρα που ύστερα από λίγο χρόνο έδιναν ξεκάθαρα την εντύπωση ότι το έκαναν όχι για να πετύχουν κάποια ιδεολογική νίκη εναντίον του «αστικού κράτους» αλλά από συνήθεια ή ακόμα και για επετειακούς-εκπαιδευτικούς σκοπούς, σαν βάπτισμα του πυρός.
Επί της ουσίας, όμως, δεν περιέγραφε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από την εγκληματική κληρονομικότητα και αδιαφορία για την αξία της ανθρώπινης ζωής.
Οσο και αν δεν βολεύει ιδεολογικά ένα κομμάτι της άκρας Αριστεράς που ασπάζεται τη βία, η παραπάνω προσέγγιση αφορά μια κοινή δεξαμενή στρατολόγησης που τροφοδοτεί διαδοχικά, με παλιές συνταγές και μεθοδολογίες, νέες γενιές δραστών.
Ο όρος «συγκοινωνούντα δοχεία» καθιερώθηκε ως δημοσιογραφικό κλισέ μετά τις αποκαλύψεις που ακολούθησαν τις συλλήψεις και τις καταδίκες για τη «17Ν», περιγράφοντας τις διαδρομές και τις διασυνδέσεις ανάμεσα στον αντιεξουσιαστικό χώρο, στους λεγόμενους «μπαχαλάκηδες», στους καταληψίες, ακόμη και σε ποινικούς ή γηπεδικούς κύκλους.
Ο μύθος του αντιπολιτευτικού «αντάρτικου πόλης», όπως τον γνώρισαν αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, δεν ζει πια, όπως θέλουν να πιστεύουν αρκετοί ακόμα και στις μέρες μας.
Οι συλλήψεις για τη δολοφονική επίθεση στη Marfin το 2010 και η ανθρωποκτονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη είναι δύο διαφορετικές υποθέσεις με αρκετά κοινά στοιχεία καταγωγής αλλά και αντιμετώπισης. Η σύνδεση των συλληφθέντων στη Θεσσαλονίκη με παλαιότερες καταλήψεις και με μια οργάνωση που είχε ήδη καταδικαστεί για δεκάδες προηγούμενες επιθέσεις δεν είναι πρωτόγνωρη για όσους παρακολουθούν συστηματικά το φαινόμενο της εγχώριας τρομοκρατίας.
Στην περίπτωση των συλλήψεων για τις δολοφονικές μολότοφ στη Marfin, πριν από 16 χρόνια σε μια περίοδο κορύφωσης του διασπαρμένου κοινωνικού μίσους, ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η βιασύνη για την πολιτική αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων της αστυνομικής έρευνας, πριν καν γίνει γνωστό των περιεχόμενο των δικογραφιών.
Αυτή η αδιόρατη μορφή πολιτικής στήριξης δεν είναι απλώς «επαγγελματική ανευθυνότητα ή ανεπάρκεια μιας δικηγόρου». Είναι κάτι πολύ χειρότερο και πολύ πιο επικίνδυνο καθώς υποδαυλίζει την ήδη αναμμένη φωτιά της τρομοκρατίας στην ελληνική κοινωνία.
Αν δεν συμφωνήσουν όλα τα κόμματα στο γεγονός ότι και οι μολότοφ, και τα γκαζάκια, και τα απειλητικά μηνύματα στα σπίτια ανθρώπων (όπως της Σέβης Βολουδάκη) είναι τρομοκρατία, για τον απλό λόγο ότι επιδιώκει την πρόκληση τρόμου, φόβου και ανασφάλειας για τη σωματική ακεραιότητα και τη ζωή του ανθρώπου που απειλεί, τότε δεν θα έχει γίνει καν το πρώτο βήμα για την καταδίκη.
Στο θέμα αναφέρθηκε στη συνέντευξη που έδωσε στον Θανάση Λάλα και ο Γρηγόρης Δημητριάδης, λέγοντας ότι όταν βρισκόταν στο Μαξίμου είχε εισηγηθεί είτε να θεσπιστεί «ιδιώνυμο αδίκημα» είτε να χαρακτηριστεί το γκαζάκι ως τρομοκρατική ενέργεια, εκτιμώντας ότι με μια απλή τροπολογία θα λυνόταν το θέμα σε μεγάλο βαθμό.
Ιδεολογικές αφετηρίες
Οσον αφορά τις δολοφονίες στη Marfin το 2010, δεν μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι πρόκειται για αποτέλεσμα πρακτικής και επιχειρησιακής κορύφωσης της πολιτικής βίας.
Αρκεί να δει τα πραγματικά περιστατικά, καθώς η επίθεση συνδέεται με εκείνες τις τραγικές ημέρες όπου η γενική απεργία είχε αποκτήσει σχεδόν ιερή διάσταση για ένα μεγάλο μέρος της Αριστεράς. Σε τέτοιο, μάλιστα, βαθμό που όσοι δούλευαν εκείνη την ημέρα στιγματίζονταν ως «προδότες» και ως τέτοιοι τους αξίζει ακόμα και ο θάνατος από τα τάγματα της ιδεολογικής καθαρότητας και της ταξικής ευταξίας.
Η ίδια δολοφονική λογική ίσχυσε, από διαφορετική αφετηρία, και στη δολοφονία του Παύλου Φύσσα για να την ξαναδούμε και πάλι με άλλο μανδύα στη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη με τα φονικά γκαζάκια.
Η συγκεκριμένη επίθεση στη Θεσσαλονίκη χαρακτηρίστηκε αυτόματα ως προβοκάτσια από διάφορες πλευρές της πολιτικής, όπως η Ζ. Κωνσταντοπούλου και η Μ. Καρυστιανού, προτάσσοντας την ιδιωτική – κομματική ανάγνωση της τραγωδίας. Αλλα μέσα ενημέρωσης επανέλαβαν ό,τι έλεγαν ή έγραφαν και πριν από 16 χρόνια όταν η χώρα συγκλονίστηκε από τις δολοφονίες στη Marfin: Μίλησαν και τώρα για σκευωρία.