Ο Αλέξης Τσίπρας φαίνεται πως ανακάλυψε έναν ιδιαίτερο τρόπο να ξαναγράφει την πολιτική του ιστορία.
Κρατά όσα τον εξυπηρετούν, ξεχνά όσα τον δυσκολεύουν και, όταν η πραγματικότητα επιμένει να του θυμίζει τα πεπραγμένα του, αναλαμβάνει να εξηγήσει τι δήθεν εννοούσε. Το πρόβλημα είναι ότι η πολιτική μνήμη δεν λειτουργεί κατά παραγγελία.
Η τελευταία του δήλωση ότι «εγώ δεν συγκυβέρνησα ποτέ με τη Δεξιά» θα μπορούσε να προκαλέσει γέλιο, αν δεν αφορούσε τέσσερα ολόκληρα χρόνια διακυβέρνησης της χώρας. Από το 2015 έως το 2019, ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνούσε μαζί με τον Πάνο Καμμένο και τους Ανεξάρτητους Έλληνες. Ένα κόμμα που αυτοπροσδιοριζόταν ως πατριωτικό και ανήκε στον χώρο της δεξιάς. Ο Καμμένος δεν ήταν κάποιος περαστικός που μπήκε κατά λάθος στο κυβερνητικό σχήμα. Ήταν ο κυβερνητικός εταίρος, υπουργός Εθνικής Άμυνας και συνοδοιπόρος του Τσίπρα σε κρίσιμες αποφάσεις. Ήταν ο άνθρωπος που υποσχόταν στο πανελλήνιο να μάθει στον μικρό Αλέξη να γράφει με το… δεξί.
Τότε η συνεργασία βαφτίστηκε αναγκαία πολιτική επιλογή. Σήμερα, προφανώς, περισσεύει από το βιογραφικό. Μόνο που δεν μπορείς να διαγράψεις τον κυβερνητικό σου εταίρο επειδή άλλαξαν οι πολιτικές σου ανάγκες. Ούτε να εμφανίζεσαι σαν να ανακάλυψες εκ των υστέρων ότι η Δεξιά ήταν πάντοτε απέναντί σου, όταν επί τέσσερα χρόνια καθόσουν μαζί της στο ίδιο υπουργικό συμβούλιο. Όταν την έκανες δεκανίκι για να ανέβεις τις σκάλες του Μαξίμου.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και με τη θάλασσα που, κατά την περίφημη αποστροφή του το 2015, δεν είχε σύνορα. «Ποια σύνορα; Έχει σύνορα η θάλασσα και δεν το ξέραμε;» είχε αναρωτηθεί, απαντώντας στην κριτική για τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Χρόνια αργότερα, υποστήριξε πως δεν το είπε ποτέ και η εξήγηση του ήταν πως εννοούσε ότι δεν μπορείς να βάλεις φράχτες στη θάλασσα. Μια διευκρίνιση που ήρθε όταν η φράση είχε ήδη καταγραφεί και η πολιτική συζήτηση είχε προχωρήσει.
Κανείς δεν απαγορεύει σε έναν πολιτικό να αναθεωρεί, να αναγνωρίζει λάθη ή να υπερασπίζεται τις αποφάσεις του. Ο Τσίπρας, όμως, έχει αφήσει πίσω του μια εντυπωσιακή αλυσίδα αντιφάσεων. Τον Ιούνιο του 2015 διαβεβαίωνε ότι δεν υπήρχε σχέδιο για προσφυγή στις κάλπες ή σε δημοψήφισμα, για να ανακοινώσει στις 27 Ιουνίου το δημοψήφισμα που οδήγησε τη χώρα σε μία από τις πιο δραματικές στιγμές της μεταπολιτευτικής της ιστορίας. Υποσχόταν κατάργηση του ΕΝΦΙΑ μέσα στο 2015, αλλά ο φόρος παρέμεινε. Διακήρυττε ότι θα έβαζε τέλος στα μνημόνια, αλλά υπέγραψε τρίτο. Υποστήριζε ότι δεν θα οδηγήσει την χώρα σε εκλογές μετά την υπογραφή του Τρίτου μνημονίου και τελικά έκανε εκλογές τον Σεπτέμβριο του 2015. Σήμερα προστίθεται στη λίστα και η δήθεν ανύπαρκτη συγκυβέρνηση με τον Καμμένο. Αν όλα αυτά δεν είναι επιλεκτική πολιτική αμνησία, τότε η λέξη «συνέπεια» χρειάζεται επειγόντως νέο ορισμό στα λεξικά.
Ο Τσίπρας μπορεί να διεκδικεί μια νέα πολιτική αρχή. Δεν μπορεί, όμως, να απαιτεί να ξεχάσουν οι υπόλοιποι την παλιά. Ή μήπως η ιστορία του χρειάζεται κάθε τόσο επανεκκίνηση για να χωρέσει στο καινούργιο του αφήγημα;