Στις πρόσφατες συναυλίες του Σεπτεμβρίου στον Λυκαβηττό, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ανάμεσα σε τραγούδια και χειροκροτήματα, έθεσε από σκηνής ένα ερώτημα που συχνά πυροδοτεί συζητήσεις: «Σε ποια χώρα ζούμε;».

Μια ερώτηση που αφορούσε την ανάγκη να χύνεται αίμα για να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση, επικαλούμενος ονόματα-σύμβολα όπως ο Παύλος Φύσσας, ο Ζακ Κωστόπουλος, ο Σαχζάτ Λουκμάν και τα θύματα των Τεμπών.

Η επίκληση αυτή, ωστόσο, φέρνει στο προσκήνιο μια άλλη, βαθύτερη παθογένεια της κοινωνικής μας πραγματικότητας: την επιλεκτική ευαισθησία και τη μεροληπτική μνήμη των διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

Η βία με ιδεολογικό πρόσημο

Ζούμε, πράγματι, σε μια χώρα όπου η καταδίκη της βίας και ο θρήνος για την απώλεια έχουν αποκτήσει ιδεολογικό και ταξικό πρόσημο. Οι καλλιτέχνες, ως πνευματικοί άνθρωποι και καθοδηγητές του κοινού, ορθώς υψώνουν τη φωνή τους για θύματα τυφλής βίας, κρατικής αυθαιρεσίας ή κοινωνικού εκφασισμού. Τα ονόματα του Φύσσα και του Κωστόπουλου έχουν δικαίως χαραχθεί στη συλλογική μνήμη, θυμίζοντάς μας το σκοτάδι που μπορεί να κρύβει η ανθρώπινη μισαλλοδοξία.

Οταν το θύμα φοράει στολή

Τι συμβαίνει όμως όταν το θύμα φοράει στολή;

Τότε η «προοδευτική» ευαισθησία μοιάζει να πατάει το κουμπί της σίγασης. Για τον Γιώργο Λυγγερίδη, τον 31χρονο αστυνομικό που έπεσε νεκρός από ναυτική φωτοβολίδα στα επεισόδια του Ρέντη, δεν γράφτηκαν τραγούδια στις μεγάλες συναυλίες ούτε ακούστηκαν πύρινοι λόγοι από τα μικρόφωνα των γεμάτων σταδίων.

Για τον Λυγγερίδη η καλλιτεχνική κοινότητα τήρησε εκκωφαντική σιωπή, που θυμίζει τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλου να τραγουδάει: «Δεν λένε κουβέντα». Αυτός ο άνθρωπος δεν είχε μάνα; Το δάκρυ της δικής του οικογένειας έχει διαφορετική χημική σύσταση από εκείνο των υπόλοιπων μανάδων που έχασαν τα παιδιά τους στο άκουσμα της τυφλής οπαδικής ή πολιτικής βίας;

Θύματα δύο ταχυτήτων

Η επιλεκτική μνήμη των διαμορφωτών της κοινής γνώμης δημιουργεί θύματα δύο ταχυτήτων. Από τη μία πλευρά, υπάρχουν τα «χρήσιμα» θύματα, εκείνα που μπορούν να ενταχθούν εύκολα σε ένα έτοιμο αφηγηματικό πλαίσιο κοινωνικής διαμαρτυρίας και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Από την άλλη, υπάρχουν τα «άβολα» θύματα, όπως οι λειτουργοί της τάξης, των οποίων η απώλεια περιθωριοποιείται, λες και ο θάνατός τους ήταν απλώς ένα «επαγγελματικό ρίσκο» ή, ακόμα χειρότερα, κάτι που δεν ταιριάζει με το προφίλ του «αντισυστημικού» καλλιτέχνη.

Σε ποια χώρα ζούμε;

Αν θέλουμε να απαντήσουμε ειλικρινά στο ερώτημα «σε ποια χώρα ζούμε», η απάντηση είναι σκληρή: 

Ζούμε στη χώρα όπου η ενσυναίσθηση έχει κομματική ταυτότητα και η καταδίκη του εγκλήματος εξαρτάται από το ποιος κρατούσε το όπλο και ποιος δέχτηκε το χτύπημα. Ηθική που επιλέγει ποιους θα θρηνήσει δεν είναι ηθική· είναι πολιτική σκοπιμότητα.

Και όσο οι πνευματικοί άνθρωποι αυτού του τόπου συνεχίζουν να διαχωρίζουν το αίμα των νεκρών, η κοινωνία θα παραμένει βαθιά διχασμένη, ανίκανη να αντιμετωπίσει τη ρίζα του κακού.