Το ζήτημα δεν είναι αν ο εκφοβισμός και η τρομοκρατία πιάνουν σε αυτούς που στοχοποιούνται, αλλά το κλίμα που αυτές οι επιθέσεις επιχειρούν να διαμορφώσουν.

Τα ξημερώματα της 1ης Ιουλίου η μητέρα της Αφροδίτης Νέστορα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο βαριά τραυματισμένη από τη φωτιά που ξέσπασε ύστερα από επίθεση με γκαζάκια στο σπίτι του στελέχους της ΝΔ. Λίγες ώρες μετά, η Βάγια Νέστορα έχασε τη ζωή της.

Μια εγκληματική ενέργεια ενδεδυμένη με τον μανδύα μιας ιδεοληπτικής, δήθεν αντισυστημικής, λογικής που είχε ως βάση την ιδεολογική και κομματική ταυτότητα της κόρης της που πρέσβευε και πρεσβεύει μια διαφορετική άποψη.

Το τελευταίο τριήμερο είδαμε να σπάνε τα γραφεία της ΝΔ στην Κυψέλη και να πετούν μπογιές, ενώ μόλις χθες επιθέσεις δέχθηκαν τα πολιτικά γραφεία των Ανδρέα Λοβέρδου –που θα είναι υποψήφιος της ΝΔ– και του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών, Νίκου Παπαθανάση.

Την ίδια στιγμή, στο Διαδίκτυο τρολ, ανώνυμοι λογαριασμοί και άλλοι επιδιώκουν να επαναφέρουν λογικές προηγούμενων ετών και να δημιουργήσουν ένα κλίμα δήθεν αγανάκτησης. Ενα κλίμα που προστίθεται σε αυτό μιας διαρκούς καταστροφολογίας από πολιτικά κόμματα και φορείς που εντάσσονται στην αντιπολίτευση και που εργαλειοποιούν καταστάσεις και επιχειρούν να δημιουργήσουν «τακτικές αγανάκτησης».

Δεν είναι το ίδιο τα γκαζάκια, που στην περίπτωση της Βάγιας Νέστορα επιβεβαιώθηκε ότι η τοποθέτησή τους αποτελεί εγκληματική ενέργεια με στόχο ακόμη και την πρόκληση θανατηφόρου βλάβης, με το να πετούν μπογιές ή τρικάκια ή να σπάνε βιτρίνες. Δεν παύουν όμως να εντάσσονται στη δημιουργία κλίματος εκφοβισμού και τρομοκρατίας, είτε γίνονται σε πολιτικά γραφεία είτε –ακόμη χειρότερα– σε σπίτια πολιτικών ή δημοσίων λειτουργών.

Η πολιτική αντιπαράθεση

Οταν η όποια πολιτική αντιπαράθεση –και ιδεολογική– περνά σε οργανωμένες επιθέσεις, όποια μορφή και αν έχουν αυτές, τότε το θέμα παίρνει άλλες διαστάσεις. Αυτό ισχύει, αρέσει δεν αρέσει, στους θιασώτες δήθεν ακτιβιστικών ενεργειών που βαπτίζονται «παρεμβάσεις» και εξαγνίζονται σε μια κολυμβήθρα του Σιλωάμ με τη δικαιολογία μιας δήθεν αγανάκτησης.

Πλέον το θέμα δεν είναι αν καταδικάζουν ή δεν καταδικάζουν τα κόμματα της αντιπολίτευσης –που οφείλουν να το κάνουν– αλλά κατά πόσο με πράξεις ή και παραλείψεις τους συμβάλλουν στη δημιουργία ενός κλίματος, επενδύοντας ενδεχομένως σε τακτικές που στο παρελθόν μάς έφεραν τις «πλατείες», τις «κρεμάλες» και όλα όσα συνετέλεσαν στην άνοδο του λαϊκισμού και των άκρων.

Οι στοχοποιήσεις, το τεντωμένο δάχτυλο που δείχνει πάντα προς μια κατεύθυνση, η ενοχοποίηση για κάθε πράξη των στελεχών μιας κυβέρνησης και της κυβερνώσας παράταξης δυστυχώς αποτελούν τη βάση στην οποία όλοι όσοι βλέπουν τη βία και τον εκφοβισμό ως διέξοδο πατούν.

Επίσης, το ζήτημα δεν είναι αν ο εκφοβισμός και η τρομοκρατία πιάνουν σε αυτούς που στοχοποιούνται, αλλά το κλίμα που αυτές οι επιθέσεις επιχειρούν να διαμορφώσουν. Στην Ελλάδα έχουμε ζήσει πολλές φορές ανάλογα σκηνικά με όλες τις μορφές της βίας, ακόμη και της ψυχολογικής.

Η Ελλάδα σήμερα δεν είναι μια χώρα κατεστραμμένη. Αντιθέτως, βρίσκεται σε διαδικασία ανάπτυξης χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν προβλήματα για κοινωνικές ομάδες.

Το 2026 και το επερχόμενο 2027 δεν είναι 2011 ή 2012 και η «οργή» που ψάχνουν να αναβιώσουν κάποιοι δεν δύναται να αποτελέσει το φόντο ενός σκηνικού δήθεν αγανάκτησης.

Οποιος επιχειρεί να στηρίζεται στον λαϊκισμό γνωρίζει ότι ρίχνει νερό στον μύλο ανάλογων συμπεριφορών και εγκληματικών ενεργειών. Αν μη τι άλλο, υπάρχει πάντα αυτή η σιωπηρή πλειοψηφία που δεν ανέχεται ανάλογες συμπεριφορές και επικράτηση μιας μειοψηφίας που γνωρίζει μόνο να φωνάζει και ενίοτε να παραβιάζει τις έννοιες της ελευθερίας του λόγου, της έκφρασης και ενίοτε του ίδιου του ατόμου.

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του «Μανιφέστο»