Για πληθώρα πολιτικών παρατηρητών η αμετροέπεια του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πλέον μια σταθερή και ανελαστική παράμετρο στο εγχώριο αριστερό σκηνικό. 

Μια εμμονική τακτική που αρνείται πεισματικά να αποδεχθεί τα δεσμευτικά δικαστικά δεδομένα και να προχωρήσει παρακάτω.

Η υπόθεση Novartis

Ενώ η σκευωρία έχει καταρρεύσει με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο στις δικαστικές αίθουσες, στην Κουμουνδούρου επιλέγουν να μιλούν ακόμα για τη Novartis, αποδεικνύοντας ότι παραμένουν πλήρως εγκλωβισμένοι σε μια αδιέξοδη και αυτοκαταστροφική προσπάθεια, με στόχο να ξαναγράψουν την ιστορία της υπόθεσης από τη δική τους οπτική.

Η πρόσφατη ερώτηση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας —με πρωτοστατούντα τον Παύλο Πολάκη και τη συνυπογραφή της ανεξάρτητης βουλευτή, Κυριακής Μάλαμα— αναδεικνύει την απόγνωση ενός κόμματος που αναζητά απελπισμένα πολιτικό οξυγόνο.

Στο κοινοβουλευτικό κείμενο επιχειρείται ένας πρωτοφανής θεσμικός… ακροβατισμός. Προσπαθούν να «δέσουν» δύο υποθέσεις που εκ πρώτης όψεως δεν έχουν καμία απολύτως συσχέτιση μεταξύ τους, αυτή της Novartis και εκείνη των παρακολουθήσεων, διατυπώνοντας ερωτήματα για τον πρώην επικεφαλής της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος, Χρήστο Μπαρδάκη.

Παράλληλα, τα στελέχη του κόμματος απευθύνουν ερωτήσεις προς το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας για τον αποκλεισμό της φαρμακευτικής εταιρείας από τις δημόσιες συμβάσεις, προς το υπουργείο Δικαιοσύνης για τις ενέργειες των εισαγγελικών λειτουργών, προς το υπουργείο Υγείας για την εξέλιξη της αγωγής του ΕΟΠΥΥ, καθώς και προς τα υπουργεία Παιδείας και Εργασίας για πειθαρχικά μέτρα και αγωγές του e-ΕΦΚΑ.

Οι πολιτικές προεκτάσεις

Πρόκειται για μια τακτική που θυμίζει έντονα τις σκοτεινές μέρες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, όταν η πολιτική ζωή του τόπου δηλητηριάστηκε αρκετές φορές από την τοξικότητα. Τότε, ένα υπαρκτό και ομολογουμένως διεθνές σκάνδαλο στον χώρο του φαρμάκου μετατράπηκε στο απόλυτο όχημα πολιτικής εξόντωσης των αντιπάλων.

Ηταν η περίοδος που στήθηκαν δέκα κάλπες στη Βουλή, διαπομπεύθηκαν δημόσια δύο πρώην πρωθυπουργοί, ο Αντώνης Σαμαράς και ο Παναγιώτης Πικραμμένος, ένας κεντρικός τραπεζίτης, ο Γιάννης Στουρνάρας, και επτά υπουργοί.

Επιστρατεύθηκαν κουκουλοφόροι μάρτυρες με τις κωδικές ονομασίες «Μάξιμος Σαράφης» και «Αικατερίνη Κελέση», ενώ ο τότε αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, έσπευδε να χαρακτηρίσει την υπόθεση ως το μεγαλύτερο σκάνδαλο από συστάσεως ελληνικού κράτους, προεξοφλώντας με πρωτοφανή τρόπο τις δικαστικές εξελίξεις.

Η δικαστική διαδρομή

Η πορεία της υπόθεσης διέψευσε με πάταγο εκείνη την πολιτική κατασκευή. Υστερα από πολυετείς και εξονυχιστικές έρευνες, οι δικογραφίες για όλα τα εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα αρχειοθετήθηκαν, καθώς δεν προέκυψε το παραμικρό στοιχείο ενοχής για τις βαρύτατες κατηγορίες περί δωροληψίας.

Το 2023 το Ειδικό Δικαστήριο καταδίκασε τον κ. Παπαγγελόπουλο για παράβαση καθήκοντος σχετικά με παρεμβάσεις του σε εισαγγελικούς λειτουργούς. Το δε φθινόπωρο του 2024, η Οικονομική Εισαγγελία προχώρησε στην οριστική αφαίρεση της προστασίας και της ανωνυμίας από τους δύο μάρτυρες.

Η δικαστική διαδρομή ολοκληρώθηκε τελεσίδικα τον Ιανουάριο του 2026. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ομόφωνα ένοχους τους δύο πρώην προστατευόμενους μάρτυρες για ψευδή κατάθεση κατά συρροή και ψευδή καταμήνυση.

Η ανεξάρτητη ελληνική Δικαιοσύνη αποφάνθηκε με τον πλέον επίσημο και κατηγορηματικό τρόπο ότι υπήρξε καταγεγραμμένο σκάνδαλο στο επίπεδο των γιατρών και των αθέμιτων πρακτικών της φαρμακευτικής εταιρείας, αλλά ουδεμία εμπλοκή των πολιτικών προσώπων αποδείχθηκε. Η σκευωρία αποκαλύφθηκε πλήρως και σφραγίστηκε με τη βούλα της ελληνικής Δικαιοσύνης.

Η νέα προσπάθεια

Για πολλούς, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει αμετανόητος και προκλητικός. Αντί να αναγνωρίσει την τεράστια θεσμική και πολιτική ζημιά που προκάλεσε στους δημοκρατικούς θεσμούς της χώρας, συνεχίζει να χρησιμοποιεί τη Novartis για να συντηρεί σκιές, αμφιβολίες και ανυπόστατες υποψίες.

Η πρόσφατη εφόρμηση κλιμακίου του ΣΥΡΙΖΑ υπό τον Παύλο Πολάκη στην Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος, όπου κατέθεσαν αίτηση ανάσυρσης της υπόθεσης από το αρχείο και αυτοτελή μηνυτήρια αναφορά, επιβεβαιώνει ότι στην Κουμουνδούρου δεν τηρούν πλέον ούτε τα στοιχειώδη προσχήματα.

Το γεγονός ότι στο εν λόγω κλιμάκιο συμμετείχε ενεργά και δικηγόρος ο οποίος διετέλεσε συνήγορος υπεράσπισης των καταδικασμένων πλέον ψευδομαρτύρων, προκάλεσε την εύλογη και οργισμένη αντίδραση του υπουργού Υγείας, Αδωνι Γεωργιάδη.

Οπως στηλιτεύθηκε δημόσια, με βάση την τακτική που υιοθετούν, παλαιότερα επιχειρούσαν να φυλακίσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους για να κρατηθούν στην εξουσία, ενώ σήμερα επιστρατεύουν τα ίδια φαντάσματα απλώς για να συγκρατήσουν τα καταρρέοντα εκλογικά τους ποσοστά και να επιβιώσουν πολιτικά.

Η πολιτική απομόνωση

Για τους ίδιους παρατηρητές, η επιμονή αυτή συνιστά περίσσευμα πολιτικού θράσους και θεσμικής εκτροπής. Η συστηματική αμφισβήτηση των αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων, όταν αυτές δεν εξυπηρετούν το κομματικό αφήγημα, αποτελεί διαχρονικό και επικίνδυνο γνώρισμα του συγκεκριμένου κόμματος.

Οταν όμως το πολιτικό σου παρελθόν είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με κατασκευασμένες κατηγορίες που κατέρρευσαν με πάταγο, η διαρκής επιστροφή σε αυτό δεν προσφέρει κανένα απολύτως πολιτικό κεφάλαιο.

Το μόνο που επιτυγχάνει τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να υπενθυμίζει στους πολίτες τους λόγους για τους οποίους η τακτική της λάσπης και της διαπόμπευσης ηττήθηκε οριστικά, επιβεβαιώνοντας παράλληλα την πλήρη απομόνωσή του από την κοινωνική πραγματικότητα, κάτι που διαφαίνεται στα χαμηλά δημοσκοπικά ποσοστά που συγκεντρώνει σήμερα το κόμμα.