Αυστηρή προειδοποίηση προς το Ιράν απευθύνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ακόμη 28 χώρες, καταδικάζοντας τις επιθέσεις, τις δολιοφθορές και τις επιχειρήσεις εκφοβισμού που αποδίδονται στην Τεχεράνη, με αφορμή το περιστατικό ασφαλείας που σημειώθηκε στα τέλη Σεπτεμβρίου κοντά στη βρετανική στρατιωτική βάση RAF Φέρφορντ.

Σε κοινή ανακοίνωση των υπουργών Εξωτερικών, την οποία δημοσιοποίησε το αμερικανικό Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι 29 χώρες καταδικάζουν ενέργειες που περιλαμβάνουν εμπρησμούς, κυβερνοεπιθέσεις και άλλες μορφές υβριδικού πολέμου εναντίον δυτικών κρατών και των συμμάχων τους.

«Κάθε ιρανική απόπειρα απειλής, φίμωσης, εκφοβισμού, παρενόχλησης ή εξαναγκασμού οποιουδήποτε στα εδάφη μας, μέσω πληρεξουσίων ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο, είναι απαράδεκτη», υπογραμμίζεται στην ανακοίνωση.

Μεταξύ των χωρών που συνυπογράφουν το κείμενο βρίσκονται η Βρετανία, η Γαλλία, η Γερμανία, ο Καναδάς και η Αυστραλία, γεγονός που αποτυπώνει τη διεθνή ανησυχία για τις καταγγελλόμενες επιχειρήσεις της Τεχεράνης εκτός των συνόρων της.

Η Βρετανία δείχνει τους Φρουρούς της Επανάστασης

Η κοινή παρέμβαση ακολουθεί τις δηλώσεις του Βρετανού πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ, ο οποίος υποστήριξε τη Δευτέρα (12/10) ότι το περιστατικό κοντά στη στρατιωτική βάση RAF Φέρφορντ οργανώθηκε «σχεδόν βέβαια» από τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν.

Η συγκεκριμένη βάση χρησιμοποιείται και από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, γεγονός που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στις καταγγελίες του Λονδίνου.

Οι βρετανικές αρχές συνεχίζουν τη διερεύνηση της υπόθεσης, ενώ οι δηλώσεις Μπέρναμ εντείνουν τη διπλωματική αντιπαράθεση με την Τεχεράνη.

Απορρίπτει τις κατηγορίες η Τεχεράνη

Από την πλευρά του, ο Ιρανός πρέσβης στο Λονδίνο, Σεγιέντ Αλί Μουσαβί, αρνήθηκε οποιαδήποτε εμπλοκή της χώρας του στο περιστατικό.

Παράλληλα, δήλωσε ότι οι ιρανικές αρχές είναι πρόθυμες να συνεργαστούν με τις αρμόδιες βρετανικές υπηρεσίες για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Η εξέλιξη προσθέτει ένα ακόμη σημείο έντασης στις σχέσεις του Ιράν με τις δυτικές χώρες, καθώς οι καταγγελίες για επιχειρήσεις δολιοφθοράς και κυβερνοεπιθέσεις επαναφέρουν στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας κρίσιμων στρατιωτικών υποδομών και της αντιμετώπισης των υβριδικών απειλών.