Μία είδηση και η διαχείρισή της, όπως η αυτοκτονία των δύο 17χρονων κοριτσιών στην Ηλιούπολη, απαιτούν να μετρηθούμε συνολικά ως κοινωνία με το μπόι μας.

Πρωτίστως τα πολιτικά κόμματα και τα ΜΜΕ. Κι αν η ψυχική ευαλωτότητα των εφήβων και η αυτοκτονικότητα είναι ζητήματα που καλούν γονείς, παιδιά και σχολική κοινότητα να συμμετέχουν σε πολύωρες συνεδρίες ψυχολογικής υποστήριξης, το πρόβλημα επιστρέφει στην πολιτεία και στους θεσμούς της.

Ο λαϊκισμός βλάπτει

Όταν πολλές φορές στ’ όνομα της αντιπολίτευσης για την αντιπολίτευση, ανθρώπινες ιστορίες διανθίζονται με καταγγελτικά κομματικά τσιτάτα, όταν εργαλειοποιείται ανερυθρίαστα ο ανθρώπινος πόνος, όταν κινήματα και ψευδοκινήματα επιδιώκουν μόνιμα θυμωμένους και οργισμένους νέους, τα όποια ζητήματα και κενά της εκάστοτε κυβερνητικής πολιτικής δεν αντιμετωπίζονται. Το μόνο αποτέλεσμα είναι η τοξικότητα να δηλητηριάζει την κοινωνία και να αρρωσταίνει τις ψυχές παιδιών και εφήβων.

Είναι εκείνο το σημείο που οι ευαίσθητες κεραίες των νέων αντιλαμβάνονται ότι η δημοκρατία και η αίσθηση της δικαιοσύνης αδυνατίζουν και γερνούν κάθε μέρα και περισσότερο. Είναι εκείνο το σημείο που συνειδητοποιούν ότι στην κοινωνία του ακραίου ανταγωνισμού και της στείρας επικοινωνιακής καταγγελίας, με μότο «ο νικητής τα παίρνει όλα», δεν βρίσκουν χώρο να μεγαλώσουν και να γεράσουν.

Βλέπουν, για παράδειγμα, εικόνες με βουλευτές και πολιτικούς αρχηγούς να ανταλλάσσουν ύβρεις και να επιδίδονται σε χτυπήματα κάτω από τη ζώνη. Κάποια στιγμή θα γελάσουν, κάποια άλλη θα τρολάρουν, κάποια άλλη όμως θα νιώσουν και θλίψη… Στην εκπαίδευση βιώνουν ένα σκληρό εξεταστικό σύστημα.

Μαθαίνουν μόνο είτε να απέχουν είτε να υψώνουν τη γροθιά, ενώ δεν είδαν ποτέ τα κόμματα να κάθονται στο ίδιο τραπέζι για να συζητήσουν και να αποφασίσουν πολιτικές για τους νέους, το σχολείο, την οικογένεια. Ό,τι κάνει η κυβέρνηση για την αντιπολίτευση είναι επιζήμιο και, εσχάτως, ανήθικο.

Η δολοφονία χαρακτήρων, το δημοφιλές εργαλείο πολιτικής επικοινωνίας από τους αντιπολιτευόμενους, μπορεί να έχει στόχο τον πολιτικό αντίπαλο, αλλά –όπως συμβαίνει σε κάθε πόλεμο– τα πρώτα θύματα είναι οι άμαχοι. Κι ανάμεσά τους, ακόμα πιο εκτεθειμένα, τα παιδιά, τα οποία δεν έχουν καμία ευθύνη για αυτή τη ζωή που τους κληροδοτούμε ως κοινωνία των ενηλίκων.

Επίδοξοι πολιτικοί, ακόμη και με ιδιαίτερα συγκινησιακό και συναισθηματικό φορτίο, δεν διαμορφώνουν όραμα και δεν εμπνέουν τους εφήβους για να φτιάξουν έναν καλύτερο μέλλον, όταν διαπομπεύουν το μήνυμα μιας 17χρονης προς την οικογένειά της λίγο πριν πηδήξει στο κενό.

Γιατί άραγε η Μαρία Καρυστιανού χρειαζόταν να δημοσιοποιήσει στο FB την προσωπική επιστολή ενός κοριτσιού και να δομήσει πάνω σε αυτή… το δικό της μανιφέστο για πολιτική αλλαγή; Τι εξυπηρετούσε η αναπαραγωγή, αν όχι την πείνα της ψηφοθηρίας;

Γιατί η οδύνη μιας μάνας που έχασε το παιδί της και η αυθόρμητη αγωνία και ο φόβος για όλα τα παιδιά χρειάζονταν την επιστολή για να διατυπωθούν; Μήπως για λόγους αφηγηματικής επιτήδευσης και ενίσχυσης του φορτισμένου συναισθηματικού πλαισίου που θα διεγείρει το θυμικό της κοινής γνώμης;

Όποιες απαντήσεις δοθούν –αν δοθούν– δεν είναι σίγουρο ότι έχουν κάποια ουσιαστική αξία. Γιατί όσο οι πολιτικοί παίζουν το παιχνίδι με την ίδια σημαδεμένη τράπουλα, το μόνο που καταφέρνουν είναι να κάνουν ακόμη πιο αποκρουστικό το πρόσωπο-προσωπείο της ζωής για τον έφηβο και να του στερεύουν τις ανάσες.

Εφετζίδικη δημοσιογραφία

Το γαϊτανάκι της αδίστακτης και αιμοβόρας διαχείρισης μιας τέτοιας τραγωδίας σέρνει μερίδα των ΜΜΕ και μέσων κοινωνικής δικτύωσης και το γεγονός πως το περιεχόμενο του σημειώματος της δεκαεπτάχρονης κυκλοφορεί δημόσια είναι από μόνο του προβληματικό.

Στον τηλεοπτικό αέρα, βίντεο από τη βουτιά θανάτου δύο παιδιών, με τον αυτόπτη μάρτυρα να περιγράφει και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη, να ζητά παρέμβαση της Δικαιοσύνης και του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης, απόσυρση του επίμαχου βίντεο και παύση της αναπαραγωγής του.

Την απαρέγκλιτη τήρηση των κανόνων δημοσιογραφικής δεοντολογίας υπενθυμίζει σε ανακοίνωσή της η ΕΣΗΕΑ, ενώ δημόσια έκκληση για μη αναπαραγωγή λεπτομερειών και προσωπικών σημειωμάτων που αφορούν τις δύο 17χρονες απευθύνει και το «Χαμόγελο του Παιδιού».

Ωστόσο, κάτω από το post της σύστασης, ξεκίνησε ένα ακόμη παθιασμένο debate. Η μία πλευρά συμφωνούσε, η άλλη διαφωνούσε... Μόνο που άποψη στον όποιο δημόσιο διάλογο επ’ αυτού οφείλουν να δώσουν οι ειδικοί και οι επιστήμονες. Όλοι οι υπόλοιποι ας περιοριστούμε στον καφενέ ή στο… καθιστικό του σπιτιού μας.

Τα ΜΜΕ οφείλουν να ακολουθούν κανόνες δεοντολογίας, αποφεύγοντας λεπτομέρειες για τη μέθοδο ή τον τόπο της αυτοκτονίας για να μην έχουμε «μετάδοση της αυτοκτονίας» (suicide contagion), ένα φαινόμενο που προκαλεί ανησυχία και στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Να σημειωθεί ότι από το 2022 μέχρι σήμερα αυτοκτόνησαν 10 παιδιά, ηλικίας 12-14 ετών, και 37 παιδιά, ηλικίας 15-19 ετών. Αυτά τα στοιχεία ας τα μελετήσουν πολιτικοί και εκπρόσωποι των ΜΜΕ κι ας επαναπροσδιορίσουν ρόλο και στάσεις. Και τότε ας μιλήσουν. Με πράξεις.