Από την Ελλάδα της Κατοχής πέρασαν εκατοντάδες χιλιάδες Γερμανοί στρατιώτες. Φρουρές, μονάδες των Ες Ες, πεζικάριοι, ναύτες, αεροπόροι.

Πολλοί κρατούσαν μαζί τους φωτογραφικές μηχανές και κατέγραφαν την καθημερινότητά τους σε μια χώρα που για εκείνους ήταν απλώς ένας ακόμη σταθμός του πολέμου. Δεκαετίες μετά, εκατομμύρια τέτοιες εικόνες βγαίνουν από σεντούκια και ιδιωτικές συλλογές και καταλήγουν σε δημοπρασίες.

Ανάμεσά τους, φωτογραφίες που εμφανίστηκαν στην πλατφόρμα δημοπρασιών eBay και φέρονται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές των 200 εκτελεσθέντων της Πρωτομαγιάς του 1944 στην Καισαριανή. Εάν επιβεβαιωθεί η αυθεντικότητά τους, πρόκειται για τα μοναδικά οπτικά τεκμήρια μιας από τις πιο εμβληματικές στιγμές της Κατοχής. Και ως τώρα δείχνουν όντως αυθεντικές.

Στα καρέ διακρίνονται άνδρες καλοντυμένοι, με ξυρισμένο κεφάλι, να φτάνουν με φορτηγά από το Χαϊδάρι. Πρόσωπο καθαρό, βλέμμα σταθερό. Μισάνοιχτο στόμα σαν να τραγουδούν. Μια γροθιά υψωμένη. Πεταμένα ρούχα έξω από την πύλη. Ένας αστυνομικός που χαμογελά. Ο ψυχρός φακός του κατακτητή συναντά την αγέρωχη στάση των μελλοθανάτων. Λέξεις όπως «ηρωισμός» παύουν να είναι ρητορικά σχήματα και γίνονται απτή εικόνα.

Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις σε φωτογραφία κάποιον ο οποίος γνωρίζει πως οδεύει προς τον θάνατο και να στέκει αγέρωχος, περήφανος. Συγκλονιστικό...

Η εμφάνιση των φωτογραφιών σε δημοπρασία προκάλεσε εύλογη αναστάτωση. Δεν πρόκειται για απλά αναμνηστικά. Πρόκειται για τεκμήρια εγκλήματος πολέμου. Η ιστορία δεν μπορεί να μπαίνει σε πλειστηριασμό.

Η άμεση κινητοποίηση του υπουργείου Πολιτισμού για την εξέταση της γνησιότητας και της νόμιμης προέλευσης των φωτογραφιών ήταν αναγκαία. Εφόσον πιστοποιηθεί η αυθεντικότητά τους, ο χαρακτηρισμός τους ως μνημείων και η διεκδίκησή τους από το ελληνικό κράτος αποτελεί θεσμική υποχρέωση.

Η συμφωνία ώστε, σε περίπτωση απόκτησης, το υλικό να παραχωρηθεί στη Βουλή των Ελλήνων κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση (και επιτεύχθηκε ανάμεσα σε Λίνα Μενδώνη και Νικήτα Κακλαμάνη). Η μνήμη οφείλει να προστατεύεται με θεσμικούς όρους, όχι με αυτοσχεδιασμούς.

Το ενδεχόμενο οι φωτογραφίες να καταλήξουν σε ιδιωτικές συλλογές εκτός Ελλάδας θα δυσχέραινε οριστικά κάθε προσπάθεια επιστροφής τους. Γι’ αυτό και η κρατική παρέμβαση είναι ουσιαστική.

Η –πιθανότατα συντριπτική– πλειονότητα των εκτελεσθέντων της Καισαριανής ήταν κομμουνιστές. Αυτό είναι ιστορικό δεδομένο και τιμά τη συμβολή τους στην Αντίσταση. Δεν επιτρέπει όμως σε κανέναν να μετατρέψει τη θυσία τους σε κομματική περιουσία.

Η Εθνική Αντίσταση υπήρξε πολυσυλλεκτική. Ο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση, αλλά δεν ήταν η μόνη. Ο ΕΔΕΣ και άλλες οργανώσεις είχαν επίσης δράση και θύματα. Έλληνες διαφορετικών ιδεολογιών πολέμησαν στη Μέση Ανατολή, στο Ελ Αλαμέιν, στη Μεσόγειο. Η αντίσταση στον ναζισμό δεν είχε μονοχρωμία.

Οι 200 της Καισαριανής εκτελέστηκαν ως αντίποινα, ως μήνυμα τρόμου ενός κατακτητή που επιδίωκε να κάμψει το φρόνημα ενός ολόκληρου λαού. Η θυσία τους αφορά το σύνολο του έθνους. Κάθε προσπάθεια πολιτικής εκμετάλλευσης ή συμψηφισμού μειώνει το μέγεθος της ιστορικής στιγμής.

Οι πρώτες αναφορές για ταυτοποιήσεις σε ορισμένα από τα πρόσωπα των φωτογραφιών προσδίδουν ακόμη μεγαλύτερο βάρος στο υλικό. Ο άνδρας με το λευκό πουκάμισο, ο νεαρός από τη Λαμία που μοιάζει να χαμογελά. Δεν είναι πια ανώνυμες μορφές. Είναι άνθρωποι με οικογένειες, με βιογραφίες, με ιστορίες που συνεχίστηκαν μέσα από πόνο και σιωπή.

Η δύναμη των εικόνων έγκειται ακριβώς σε αυτό. Στην αποκατάσταση της ατομικής μνήμης μέσα στη συλλογική τραγωδία. Στο ότι ο θεατής δεν αντικρίζει μια αφηρημένη αναφορά σε «200 εκτελεσθέντες», αλλά πρόσωπα συγκεκριμένα, με βλέμμα που συναντά το δικό του.

Μπροστά στη μάντρα της Καισαριανής, που ο Κώστας Βάρναλης αποκάλεσε «σύνορο του κόσμου», οι διαχωριστικές γραμμές οφείλουν να σιωπούν. Η μνήμη της Κατοχής δεν ανήκει σε κανένα κόμμα, σε καμία παράταξη. Ανήκει στην Ελλάδα.

Η διαχείριση τέτοιων ντοκουμέντων απαιτεί νηφαλιότητα, σοβαρότητα και θεσμική εγρήγορση. Πρώτα η πατρίδα και η ιστορία, έπειτα οι πολιτικές ταυτότητες. Η Καισαριανή δεν είναι πεδίο μικροκομματικής αντιπαράθεσης. Είναι τόπος θυσίας και εθνικής αυτογνωσίας.