Η Σύνοδος Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου στις Βρυξέλλες ανέδειξε το πολιτικό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση: οι κυβερνήσεις συμφωνούν στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής ισχύος, διαφωνούν όμως για τις οικονομικές υποχρεώσεις που συνεπάγεται.
Η αδυναμία επίτευξης συμφωνίας στα σημαντικότερα χρηματοδοτικά ζητήματα αποτυπώνει τις διαφορετικές αντιλήψεις για την κατεύθυνση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.
Η διαφωνία για τον προϋπολογισμό αποτελεί χαρακτηριστική έκφραση αυτής της σύγκρουσης. Οι κυβερνήσεις που επιδιώκουν περιορισμό των κοινών δαπανών αντιπαρατίθενται με εκείνες που θεωρούν αναγκαία τη διατήρηση ισχυρών πολιτικών συνοχής. Η ενίσχυση της άμυνας, της ανταγωνιστικότητας και της ενεργειακής ασφάλειας προσθέτει νέες απαιτήσεις σε έναν προϋπολογισμό για τον οποίο δεν έχει διαμορφωθεί κοινή αντίληψη ως προς το ύψος και την κατανομή των πόρων.
Η ελληνική θέση στις ευρωπαϊκές αντιθέσεις
Σε αυτό το πεδίο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως προτεραιότητα την προστασία της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και των χρηματοδοτήσεων συνοχής. Η σύγκλιση με τουλάχιστον 15 ακόμη κράτη δημιουργεί ένα διαπραγματευτικό μέτωπο απέναντι στις προτάσεις περικοπών, με ιδιαίτερη σημασία για τις χώρες που εξαρτούν σημαντικό μέρος των αναπτυξιακών τους επενδύσεων από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό.
Η ελληνική προσέγγιση συνδέει την ενίσχυση των νέων στρατηγικών προτεραιοτήτων με τη διατήρηση της οικονομικής σύγκλισης. Πρόκειται για μια επιλογή με συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, καθώς θέτει το ερώτημα ποιος θα επωμιστεί το κόστος της ευρωπαϊκής προσαρμογής και ποιες πολιτικές κινδυνεύουν να υποχωρήσουν.
Ανάλογη σύγκρουση καταγράφηκε στην ενέργεια. Το αίτημα του πρωθυπουργού για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία αντανακλά την ανάγκη αντιμετώπισης των επιβαρύνσεων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η απουσία συμφωνίας αναδεικνύει τις αποκλίσεις μεταξύ των κρατών που ζητούν πρόσθετες παρεμβάσεις και εκείνων που δίνουν προτεραιότητα στη δημοσιονομική πειθαρχία ή στη διατήρηση των υφιστάμενων κλιματικών δεσμεύσεων.
Το πολιτικό βάρος των εκκρεμοτήτων
Στο μεταναστευτικό, η ελληνική πρόταση για μηχανισμό έκτακτης ανάγκης απέναντι στην εργαλειοποίηση των ροών συνάντησε θετική ανταπόκριση. Η περαιτέρω επεξεργασία της από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνιστά ένα βήμα προς την ενίσχυση της κοινής διαχείρισης των εξωτερικών συνόρων, χωρίς ακόμη να εξασφαλίζει συγκεκριμένες επιχειρησιακές δυνατότητες.
Παράλληλα, η απουσία νέας συνολικής χρηματοδοτικής συμφωνίας για την Ουκρανία ανέδειξε την αντίφαση ανάμεσα στην επιδίωξη μεγαλύτερης ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας και στις επιφυλάξεις για την ανάληψη πρόσθετων δεσμεύσεων.
Το βασικό πολιτικό ζήτημα είναι η δυσκολία μετατροπής των κοινών ευρωπαϊκών προτεραιοτήτων σε δεσμευτικές συλλογικές επιλογές. Οι διαφορετικές εθνικές επιδιώξεις επηρεάζουν πλέον άμεσα την ικανότητα της Ένωσης να ανταποκρίνεται στις οικονομικές και γεωπολιτικές εξελίξεις.
Για την Ελλάδα, η στρατηγική του Κυριάκου Μητσοτάκη στηρίζεται στη διαμόρφωση συμμαχιών γύρω από συγκεκριμένα συμφέροντα, με παράλληλη υποστήριξη της ευρωπαϊκής συνεργασίας. Η προσέγγιση αυτή έχει εξασφαλίσει πολιτική ανταπόκριση σε ορισμένες πρωτοβουλίες, ενώ σε άλλες οι διαφωνίες παραμένουν.
Η συνέχεια θα κριθεί στις διαπραγματεύσεις για τον προϋπολογισμό, την ενεργειακή πολιτική και τη θεσμική διαχείριση του μεταναστευτικού. Εκεί θα προσδιοριστεί τόσο το περιεχόμενο των ελληνικών επιδιώξεων που θα κατοχυρωθούν όσο και η δυνατότητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης να ανταποκριθεί στις στρατηγικές ευθύνες που η ίδια αναγνωρίζει.