Η ένταση στο Αιγαίο επαναφέρει την ανάγκη για μια ελληνική στρατηγική που θα συνδέει την αποτροπή με την Ευρώπη, τη Γαλλία, την Κύπρο, το Ισραήλ και τις ενεργειακές υποδομές της Ανατολικής Μεσογείου.

Η Άγκυρα δοκιμάζει τα όρια μιας νέας εποχής

Η ξαφνική όξυνση στα ελληνοτουρκικά υπενθυμίζει ότι οι περίοδοι σχετικής ηρεμίας δεν αρκούν για να αλλάξουν τις βαθύτερες επιδιώξεις της τουρκικής πολιτικής. Όταν η Άγκυρα επαναφέρει ζητήματα που αφορούν το Αιγαίο, τις θαλάσσιες ζώνες και την Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο οι ελληνικές πρωτοβουλίες θα εμφανίζονται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο η Αθήνα χρειάζεται να κινηθεί με μεγαλύτερη στρατηγική αυτοπεποίθηση. Οι θαλάσσιες έρευνες, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και οι επενδύσεις σε κρίσιμες υποδομές δεν μπορούν να εξαρτώνται από το αν η Τουρκία θα επιλέξει κάθε φορά να ανεβάσει τους τόνους.

Το ηλεκτρικό καλώδιο που συνδέει την Ελλάδα με την Κύπρο και δημιουργεί την προοπτική επέκτασης προς το Ισραήλ αποκτά, υπό αυτές τις συνθήκες, ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Η υλοποίησή του αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, τη θέση της Κύπρου στην ευρωπαϊκή αγορά και τη δυνατότητα δημιουργίας ενός νέου στρατηγικού άξονα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Ελλάδα οφείλει να αντιμετωπίσει το έργο ως μέρος μιας ευρύτερης εθνικής στρατηγικής. Κάθε επιτυχής παρέμβαση που δημιουργεί αμφιβολία για την υλοποίησή του μπορεί να ενθαρρύνει την επανάληψη της ίδιας μεθόδου σε κάθε μελλοντική ελληνική ή κυπριακή δραστηριότητα.

Από τη διπλωματική στήριξη στα κοινά συμφέροντα

Η μεγάλη διαφορά σε σχέση με προηγούμενες περιόδους έντασης βρίσκεται στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας. Η χώρα διαθέτει σήμερα ένα ευρύτερο δίκτυο συνεργασιών, το οποίο μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος, εφόσον αξιοποιηθεί με συγκεκριμένο σχεδιασμό.

Η σχέση με τη Γαλλία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία αυτής της στρατηγικής. Η αμυντική συνεργασία και το πολιτικό βάρος του Παρισιού μπορούν να προσδώσουν μεγαλύτερη ευρωπαϊκή διάσταση στην ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου. Η συμμετοχή ευρωπαϊκών συμφερόντων σε στρατηγικά έργα προσθέτει ακόμη ένα επίπεδο προστασίας, καθώς η σταθερότητα της περιοχής συνδέεται πλέον με συγκεκριμένες οικονομικές και ενεργειακές επιδιώξεις.

Παράλληλα, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ μπορεί να αποκτήσει πιο μόνιμα χαρακτηριστικά. Η ενέργεια, η άμυνα και η ασφάλεια των θαλάσσιων υποδομών δημιουργούν ένα πεδίο κοινών συμφερόντων, μέσα στο οποίο η Αθήνα έχει τη δυνατότητα να λειτουργήσει ως ευρωπαϊκή πύλη της Ανατολικής Μεσογείου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη ελληνική ευκαιρία. Η χώρα χρειάζεται να μετατρέψει τις καλές σχέσεις με τους εταίρους της σε σταθερές γεωπολιτικές συνδέσεις, οι οποίες θα έχουν πρακτικό περιεχόμενο και διάρκεια.

Η νέα τουρκική πίεση, επομένως, πρέπει να αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα περισσότερα διπλωματικά και στρατηγικά εργαλεία, αρκεί να τα εντάξει σε μια ενιαία πολιτική που θα προβλέπει τις επόμενες κινήσεις και θα δημιουργεί τετελεσμένα συνεργασίας υπέρ των ελληνικών συμφερόντων.

Η πραγματική ισχύς μιας χώρας φαίνεται όταν μπορεί να προχωρά τους στρατηγικούς της σχεδιασμούς, επειδή έχει δημιουργήσει γύρω από αυτούς ένα πλέγμα συμμαχιών, συμφερόντων και αποτρεπτικών δυνατοτήτων. Στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο, η Ελλάδα έχει πλέον τη δυνατότητα να κινηθεί με αυτή τη λογική. Το ζητούμενο είναι να αξιοποιήσει την ευκαιρία πριν η επόμενη κρίση επιβάλει ξανά τους δικούς της όρους.