Μετά από 13 χρόνια, ο δημοσιογράφος Μάριος Διονέλλης απολύθηκε από την «Εφημερίδα των Συντακτών».
Θα πείτε «ε, και;». Εκατοντάδες άτομα κάθε μέρα απολύονται από την εργασία τους διότι ο εργοδότης τους δεν τους βρίσκει παραγωγικούς ή σύμφωνους με τη φιλοσοφία και τα «θέλω» της επιχείρησης. Ωστόσο, αξίζει να αναφέρουμε τους λόγους της απόλυσης που ο ίδιος δημοσιοποίησε.
Κατά τον ίδιο τον Διονέλλη, η απόλυση του ήταν κατ' αρχάς πολιτική. Όπως ο ίδιος δήλωσε «(…) διαφώνησα ανοιχτά με την απροκάλυπτη (σε σημείο αναξιοπρέπειας) στήριξη της εφημερίδας προς τον Αλέξη Τσίπρα. Είπα και έγραψα για αυτά, σε μια εφημερίδα που τα 13 προηγούμενα χρόνια έδειχνε ανοχή στη διαφορετική άποψη. Προφανώς όχι πια (...)». Ο δημοσιογράφος χαρακτηρίζει «ρεζιλίκι» τη συνέντευξη του ισχυρού άντρα του ομίλου AKTOR Αλέξανδρου Εξάρχου και τις απειλές του έναντι του Θανάση Κουκάκη με τίτλο μάλιστα «Το ψέμα και η συκοφάντηση δεν είναι αποδεκτά».
Η «Εφημερίδα των Συντακτών» ήταν και παραμένει ένα μέσο της Αριστεράς. Το οποίο μάλιστα στήριξε με πάθος τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα επί πολλά χρόνια. Συνεπώς δεν καταλαβαίνω τον πρώτο λόγο που επικαλείται ο δημοσιογράφος. Στήριξη στον Αλέξη Τσίπρα υπήρχε και -προφανώς- θα συνεχίσει να υπάρχει. Τα λοιπά περί κατασκευαστικών εταιρειών είναι εν πολλοίς ανούσια σχολιασμού. Τα μέσα που ανήκουν σε επιχειρηματίες, εξυπηρετούν πρώτα και κύρια τα συμφέροντά τους. Ακολούθως, εάν βρεθεί χώρος, χρόνος και διάθεση θα εξυπηρετήσουν την ενημέρωση και τη δημοσιογραφία. Όσο κυνικό και να ακούγεται, είναι η μόνη αλήθεια.
Αυτό που έχει όμως μεγάλο ενδιαφέρον είναι ότι όλοι αυτοί «κόπτονται» σε σημείο… παρεξηγήσεως για την «ελευθερία του Τύπου» και την ανεξαρτησία των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Όλοι αυτοί ψέγουν την κυβέρνηση ότι δήθεν ποδηγετεί και ελέγχει τα μέσα και παράγει όποια ενημέρωση γουστάρει για να προπαγανδίζει το έργο της. Συχνά μάλιστα επικαλούνται και «διεθνείς εκθέσεις και δείκτες», τα ευρήματα των οποίων έχουν προέλθει από τις απαντήσεις που δίνουν οι ίδιοι στα ερωτηματολόγια που τους μοιράζουν γνωστές και μη εξαιρετέες ΜΚΟ που αυτοβαφτίζονται ως «ερευνητικοί οργανισμοί».


