Έχουν περάσει δύο ολόκληρες ημέρες από τη μαύρη επέτειο της 14ης Ιουλίου.

Και όμως, η συμπλήρωση τριάντα τεσσάρων ετών από τη δολοφονία του εικοσάχρονου Θάνου Αξαρλιάν πέρασε σχεδόν απαρατήρητη από το μεγαλύτερο μέρος του πολιτικού κόσμου. Ένα αθώο παιδί έχασε τη ζωή του από τη ρουκέτα της «17 Νοέμβρη», όμως η μνήμη του δεν φαίνεται να χωρά εύκολα στην πολιτική ατζέντα. Η σιωπή πολλών ήταν εκκωφαντική. Σύσσωμη η αντιπολίτευση επέλεξε την τακτική της στρουθοκαμήλου. Απουσίαζε προκλητικά από το ραντεβού με την ιστορική αλήθεια και την εθνική αξιοπρέπεια.

Η στάση του ΠΑΣΟΚ προκαλεί τη μεγαλύτερη οργή. Ο πρόεδρός του, Νίκος Ανδρουλάκης, αποδεικνύεται καθημερινά κατώτερος των περιστάσεων. Οι συγκυρίες τον έχρισαν αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Εκείνος όμως επιλέγει να παραμένει πολιτικά νάνος. Δεν τόλμησε να αρθρώσει ούτε μία λέξη για το έγκλημα της «17 Νοέμβρη». Όταν φιλοδοξείς να κυβερνήσεις τη χώρα, η καταδίκη της τρομοκρατίας δεν μπορεί να εξαρτάται από τη συγκυρία ή την πολιτική επικαιρότητα.

Αντίστοιχα, αίσθηση προκαλεί και η απουσία τοποθετήσεων από κόμματα που αυτοπροσδιορίζονται ως πατριωτικά. Όσοι επικαλούνται διαρκώς την πατρίδα, την ιστορική μνήμη και τον σεβασμό στους Έλληνες πολίτες, όφειλαν να βρουν έστω λίγες λέξεις για έναν νέο άνθρωπο που δολοφονήθηκε από την εγχώρια τρομοκρατία. Όταν ακόμη και αυτό λείπει, η εικόνα της επιλεκτικής ευαισθησίας γίνεται δύσκολο να διαψευστεί.

Η στάση της ριζοσπαστικής αριστεράς, βέβαια, δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί έκπληξη. Ο Αλέξης Τσίπρας αρέσκεται εσχάτως να αυτοπαρουσιάζεται ως θεματοφύλακας της εθνικής ενότητας. Η πραγματικότητα όμως τον διαψεύδει παταγωδώς. Ο πρώην πρωθυπουργός απέχει διαχρονικά από κάθε αναφορά στον Θάνο Αξαρλιάν. Ξεχνά σταθερά και τους δολοφονημένους υπαλλήλους της Μαρφίν. Την ίδια στιγμή, σπεύδει με περισσή επικοινωνιακή σπουδή να αφήσει λουλούδια στο μνημείο του Παύλου Φύσσα. Για την αριστερά, η καταδίκη της βίας ήταν πάντα επιλεκτική. Οι νεκροί διαχωρίζονται ανάλογα με την ιδεολογική τους ταυτότητα. Το ερώτημα όμως παραμένει: γιατί η ίδια συνέπεια δεν επιδεικνύεται απέναντι σε όλα τα θύματα της πολιτικής βίας, ανεξαρτήτως του ποιος κρατούσε το όπλο ή τη μολότοφ;

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί» νεκροί. Δεν υπάρχουν θύματα που αξίζουν μνήμη και άλλα που οδηγούνται στη λήθη επειδή δεν εξυπηρετούν κάποιο ιδεολογικό αφήγημα. Η τρομοκρατία καταδικάζεται ολόκληρη ή δεν καταδικάζεται καθόλου.

Το πιο ανησυχητικό, όμως, δεν είναι η σιωπή των πολιτικών αρχηγών. Είναι ότι αυτή η σιωπή συχνά βρίσκει ανοχή σε ένα μέρος της κοινωνίας. Όσο υπάρχουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν την τρομοκρατία με ιδεολογικά φίλτρα, όσο οι δολοφονίες αξιολογούνται ανάλογα με τον δράστη ή το θύμα, η χώρα θα παραμένει δέσμια μιας βαθιάς υποκρισίας.

Ο Θάνος Αξαρλιάν δεν ήταν σύμβολο μιας παράταξης. Ήταν ένας εικοσάχρονος Έλληνας που βρέθηκε τη λάθος στιγμή στο λάθος σημείο. Αν ούτε η μνήμη του μπορεί να ενώσει το πολιτικό σύστημα απέναντι στην τρομοκρατία, τότε το πρόβλημα δεν είναι η Ιστορία. Είναι η συνείδησή μας.