Χθες συμπληρώθηκαν 34 χρόνια από τη 14η Ιουλίου του 1992 που ένας νεαρός φοιτητής βρήκε τραγικό θάνατο πέφτοντας θύμα τρομοκρατικής ενέργειας.

Ο λόγος για τον Θάνο Αξαρλιάν, που βρέθηκε για κάποιους «στο λάθος μέρος, τη λάθος στιγμή», μόνο που δεν ήταν ούτε στο «λάθος μέρος» ούτε «τη λάθος στιγμή».

Δολοφονήθηκε εν ψυχρώ. Διότι όταν εξαπολύει κάποιος μια ρουκέτα μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί με οποιονδήποτε τρόπο «λάθος μέρος, λάθος στιγμή». Αυτός που το κάνει γνωρίζει ότι μπορεί να χτυπηθεί κόσμος και όχι μόνο ο στόχος. Αναγνωρίζει δηλαδή ότι μπορεί να υπάρξει αυτό που κάποιοι αποκαλούν «παράπλευρη απώλεια» και το αποδέχεται. Αναλαμβάνει αυτό το βάρος.

Όπως έγινε και στην υπόθεση της δολοφονίας της Βάγιας Νέστορα στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί που έβαλαν τον εκρηκτικό-εμπρηστικό μηχανισμό γνώριζαν ότι θα μπορούσε να υπάρξει και θύμα – ή θύματα. Να περνάει κάποιος εκείνη τη στιγμή ή ένας εκ των ενοίκων της πολυκατοικίας να μπαίνει ή να βγαίνει από την κεντρική είσοδο. Ή αυτό που έγινε με τη Βάγια Νέστορα.

Οι δε υποστηρικτές των δραστών το επιβεβαίωσαν με την επίθεση στο σπίτι της Σέβης Βολουδάκη με τα συνθήματα που έγραψαν. Το «θάνατος στη ΝΔ» και το «γκαζάκια στα σπίτια τους» δείχνει ότι δεν λένε όχι σε έναν νεκρό από την… άλλη πλευρά.

Δείχνει ότι το «ή αυτοί ή εμείς» και το «ή τους τελειώνουμε ή μας τελειώνουν» έχει περάσει στο DNA κάποιων τρομοκρατών που δηλώνουν «ακτιβιστές», αν και δεν υπάρχει «ακτιβισμός της βίας» σε κανένα σχετικό εγχειρίδιο.

Η δολοφονία του Θάνου Αξαρλιάν πριν από 34 χρόνια έπρεπε να αποτελεί τη βάση της απόλυτης καταδίκης της τρομοκρατίας. Οχι διότι τα υπόλοιπα θύματα της «17Ν» και του «ΕΛΑ» και όλων των άλλων εκφραστών της… λαϊκής βούλησης εν είδει εισαγγελέων, δικαστών και δημίων, έπρεπε να δολοφονηθούν. Απλά η περίπτωση του νεαρού φοιτητή κατεδάφισε κάθε ιδεολογικό ανάχωμα που με ευκολία στηνόταν, και στήνεται, έχοντας πάντα και μια ανάλογη πολιτική κάλυψη ή, στην καλύτερη περίπτωση, ανοχή.

Ζήσαμε, άλλωστε, εποχές που κάποιοι επιχειρούσαν να αποδώσουν «αγνές» προθέσεις στους τρομοκράτες. Ναι, σε αυτούς που καθ’ ομολογίαν τους χτύπησαν και δολοφόνησαν τον Θάνο Αξαρλιάν γνωρίζοντας πως μπορεί να υπάρξουν θύματα πέραν του στόχου που, για την ιστορία, ήταν ο τότε υπουργός Οικονομικών, Γιάννης Παλαιοκρασσάς, στο αυτοκίνητο του οποίου κατευθυνόταν η ρουκέτα και όπου είχαν επιβιβαστεί ο ίδιος και η σύζυγός του.

Ο θάνατος του Θάνου Αξαρλιάν είναι σύμβολο της τυφλής βίας. Δεν γράφτηκαν όμως τραγούδια, δεν έγιναν πορείες, δεν έτρεξαν κάποιοι στη μητέρα του. Το αντίθετο. Φτάσαμε πριν από τέσσερα πέντε χρόνια να βλέπουμε πορείες συμπαράστασης στον δολοφόνο του και πανό με το σύνθημα «Γεννηθήκαμε 17 Νοέμβρη».

Όπως δεν είδαμε για κανένα θύμα της τρομοκρατίας. Όπως δεν είδαμε για τα θύματα της Marfin, την τραγωδία που βρίσκεται στο επίκεντρο της δημοσιότητας αυτές τις ημέρες με αφορμή τις συλλήψεις των φερόμενων ως δραστών. Αντίθετα, είδαμε να καταστρέφεται, να βανδαλίζεται κατ’ επανάληψη το μνημείο που έχει στηθεί στη μνήμη των τεσσάρων θυμάτων –τριών συν το αγέννητο παιδί μίας εκ των θυμάτων για να μην ξεχνιόμαστε–, είδαμε και ζήσαμε να χαρακτηρίζεται η δολοφονία τους μέχρι και προβοκάτσια. Όπως κάποιοι επιχειρούν να εμφανίσουν σήμερα και τη δολοφονία της Βάγιας Νέστορα.

Η τρομοκρατία είχε και έχει πάντα παραφυάδες. Και η βία έχει πολλές μορφές. Τρομοκρατία και βία είναι και τα επονομαζόμενα τρικάκια και τα συνθήματα στα σπίτια πολιτικών, δημοσιογράφων και δημόσιων λειτουργών. Εκφοβισμός είναι και η όποια προσπάθεια να παρουσιαστούν αυτά τα φαινόμενα, όπως και οι καταλήψεις των πανεπιστημίων, ως ακτιβισμός καθώς μόνο κακό κάνουν στην ίδια την κοινωνία.

Αυτό που όλοι οφείλουμε είναι να μην αποδεχόμαστε τη βία. Να μη συνηθίζουμε αυτά τα φαινόμενα διότι, όπως είχε αναφέρει και ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις, «… όταν όμως το πρόσωπο του τέρατος πάψει να μας τρομάζει, τότε πρέπει να φοβόμαστε… γιατί αυτό σημαίνει ότι έχουμε αρχίσει να του μοιάζουμε».