Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ αναμφισβήτητα είναι μια σοβαρή υπόθεση, η οποία υποχρεώνει άλλωστε τον Κυριάκο Μητσοτάκη να προχωρήσει σε πρωτοβουλίες που θα ανακοινώσει σήμερα.
Υπάρχει ωστόσο και η άλλη όψη, η οποία θυμίζει πως η ιστορία επαναλαμβάνεται και πως η μάχη κατά των επιχειρηματικών και άλλων συμφερόντων είναι εξαιρετικά δύσκολο να κερδηθεί στην Ελλάδα, όσο τίμια και σκληρά κι αν δίνεται από την (εκάστοτε) πολιτική ηγεσία.
Γράφει η Έρση Παπαδάκη
Δεν υπάρχει αμφιβολία δηλαδή ότι το τελευταίο διάστημα εξελίσσεται μια λυσσαλέα εκστρατεία αυτών των συμφερόντων με μοναδικό στόχο να πλήξουν τον πρωθυπουργό προσωπικά και κατ’ επέκταση την κυβέρνησή του.
Να τον σύρουν ενδεχομένως σε πρόωρες εκλογές και εκεί η ΝΔ να χάσει την αυτοδυναμία, ώστε ν’ αμφισβητηθεί η πρωτοκαθεδρία του κ. Μητσοτάκη ή ακόμη και να τον ρίξουν με τα σενάρια της επόμενης ημέρας, παρά το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις αποτυπώνουν με ξεκάθαρο τρόπο και την ανυπαρξία της αντιπολίτευσης και το μήνυμα της πλειονότητας των πολιτών ότι επιθυμεί σταθερότητα, την οποία βλέπει στο πρόσωπο του πρωθυπουργού και της κυβέρνησής του.
Αυτό ήταν εξάλλου και το αποτύπωμα των διπλών εκλογών του 2023 και του 41%, μολονότι οι εκπρόσωποι της ίδιας διαπλοκής επιχειρούν διαρκώς να θολώσουν με ειρωνείες και απαξίες.
Πήγαν στον… κουβά
Είναι εξίσου ενδεικτικό ότι η εγχώρια ολιγαρχία που προσπαθεί να διαφυλάξει τα συμφέροντά της και τον ρόλο που οραματίζεται για την ίδια –να ελέγχει δηλαδή τις εξελίξεις κατά το δοκούν– δεν έχει κατορθώσει ως τώρα να εντοπίσει και να (υπο)στηρίξει ένα πρόσωπο που μπορεί ν’ αντιπαρατεθεί ευθέως με καθαρά πολιτικούς όρους με τον κ. Μητσοτάκη.
Πρώτος «υποψήφιος» ήταν ο Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος όμως αναλώνεται σε εσωτερικές έριδες στο ΠΑΣΟΚ και αδυνατεί να τραβήξει το «κάρο» μπροστά, αφού υστερεί από τον κ. Μητσοτάκη διαχρονικά σε όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά.
Ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας, τον οποίο συγκεκριμένοι εκπρόσωποι του επιχειρηματικού και εκδοτικού κόσμου προσπάθησαν να αναστήσουν πολιτικά, εκείνος έδειξε να το σκέφτεται προσώρας, αλλά να κάνει πίσω.
Ωστόσο, οι πιέσεις που δέχεται να βγει και πάλι στο προσκήνιο είναι ισχυρές και τώρα δείχνει να ξανασκέφτεται ότι μπορεί ν’ αποτελέσει το αντίπαλο δέος στη ΝΔ και στον κ. Μητσοτάκη εφόσον έχει όμως τις «πλάτες» της διαπλοκής.
Κάτι ανάλογο έγινε για μικρό χρονικό διάστημα με τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία είχε θεωρητικά το πλεονέκτημα πως είναι ένα πρόσωπο που δεν προέρχεται από τον πολιτικό χώρο και ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο θα μπορούσε να τύχει ευρείας αποδοχής.
Τόσο οι δημοσκοπήσεις όμως όσο και η πράξη, με τις πρώτες δημόσιες τοποθετήσεις της που χαρακτηρίστηκαν από άγνοια γεγονότων και κινδύνου, διέψευσαν γρήγορα τις προσδοκίες. Ακόμη δε και τώρα που η ίδια ανακοίνωσε τη δημιουργία πολιτικής κίνησης, η αίσθηση που υπάρχει στην κοινωνία είναι πως μάλλον πορεύεται μόνη της ή έχει τη στήριξη ορισμένων περιθωριακών παραθρησκευτικών και άλλων κύκλων.
Σύγχυση και απελπισία
Και όμως, με «όχημα» την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και αυτή των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων, τα συγκεκριμένα συμφέροντα –επιχειρηματικά και μη– συνασπίζονται για μία ακόμη φορά για να πλήξουν τον κ. Μητσοτάκη, αν και έχουν παταγωδώς διαψευστεί από τα πρόσωπα στα οποία επένδυσαν.
Αξίζει δε να σημειωθεί το εξής, το οποίο καταδεικνύει τη σύγχυση και απελπισία στην οποία βρίσκονται όλοι αυτοί οι εκπρόσωποι της εγχώριας διαπλοκής (σ.σ.: όρος που καθιέρωσε στη δημόσια ζωή στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, αντιμετωπίζοντας μια ανάλογη κατάσταση).
Ενώ καταγγέλλουν την κυβέρνηση για τις «υποκλοπές» και προειδοποιούν με νέες αποκαλύψεις τον κ. Μητσοτάκη, το βασικό περιεχόμενο των δικογραφιών για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αποτελείται από διαλόγους που είναι προϊόν… υποκλοπών. Για την ακρίβεια, βέβαια, όχι υποκλοπών, αλλά νόμιμων παρακολουθήσεων για τη διερεύνηση τυχόν αξιόποινων πράξεων.
Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά, ωστόσο, δεν είναι πρόβλημα για την ολιγαρχία. Της αρκεί μόνο να είναι απέναντι στον κ. Μητσοτάκη…