Η ενόχληση του Αλέξη Τσίπρα και των εντιμότατων φίλων του δεν αφορά την Ομάδα Αλήθειας αλλά την αλήθεια.

Τους μάρανε το γεγονός ότι ο Γιάννης Στουρνάρας «νομιμοποίησε», όπως ισχυρίζονται, «έναν προπαγανδιστικό μηχανισμό», ενώ είναι παγκοίνως γνωστά τα πρόσωπα, τα ονόματα και η πολιτική ταυτότητα της Ομάδας. Για την «ταμπακιέρα» κάνουν «τουμπεκί ψιλοκομμένο».

Αλλά, μια και το ’φερε η κουβέντα –πάντα για την αλήθεια– η αντίδραση του Αλέξη Τσίπρα ήταν αναμενόμενη. Αυτοί, όμως, που οδύρονται για τη δημοσιογραφική δεοντολογία, πού ήταν όταν τα κατ’ αυτούς θεσμικώς νομιμοποιημένα μέσα ενημέρωσης κρεμούσαν στα μανταλάκια τους δέκα πολιτικούς της σκευωρίας Novartis;

Γιατί σιωπούν όταν η κριτική μετατρέπεται σε συκοφαντία («κυβέρνηση δολοφόνων»), ή όταν εφημερίδες που αυτοαποκαλούνται ανεξάρτητες χρησιμοποιούν τη «δολοφονία χαρακτήρων» στον βωμό της πολιτικής σκοπιμότητας;

Υστερα από 40 χρόνια στη δημοσιογραφία, δεν αισθάνομαι αλληλέγγυος με όσους κόπτονται για τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Διότι αυτοί που αιτιώνται την παραβίαση των κανόνων είναι αυτοί που τους παραβιάζουν υιοθετώντας θεωρίες συνωμοσίας αντλώντας «πληροφορίες» από το διαδίκτυο τις οποίες παρουσιάζουν ως ρεπορτάζ.

Στην προκειμένη περίπτωση, οι συντελεστές της Ομάδας Αλήθειας λειτούργησαν με αίσθημα επαγγελματικής ευθύνης έναντι της κοινής γνώμης. Περισσότερο επαγγελματικά από πολλούς «επαγγελματίες» της ενημέρωσης.