Παρά το γεγονός πως η Δικαιοσύνη ερευνά υποθέσεις που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιλέγουν να βάζουν στο επικοινωνιακό τους παιχνίδι τη Βουλή.
Η ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, μαζί με την τοξικότητα, τον λαϊκισμό και την καταστροφολογία, δείχνει να αποτελεί για την αντιπολίτευση –αρχής γενομένης από το ΠΑΣΟΚ– το… αντίδοτο στην ένδεια προτάσεων και προγραμματικού λόγου ικανού να πείσει τους πολίτες να δώσουν θετική ψήφο στις επόμενες εθνικές εκλογές.
Είναι χαρακτηριστικό πως, παρά το γεγονός πως η Δικαιοσύνη ερευνά υποθέσεις που έρχονται στο φως της δημοσιότητας, τα κόμματα της αντιπολίτευσης επιλέγουν να βάζουν στο επικοινωνιακό τους παιχνίδι τη Βουλή μέσω των προτάσεών τους για προανακριτικές ή εξεταστικές επιτροπές.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης προανήγγειλε πως θα ζητήσει –νέα– για την υπόθεση των υποκλοπών μετά την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου που καταδίκασε τέσσερις ιδιώτες με βαρύτατες ποινές αν και μέχρι τώρα ουδείς γνωρίζει το πλήρες σκεπτικό της απόφασης αυτής. Εν τούτοις, το ΠΑΣΟΚ δείχνει να εκτιμά πως αποτελεί «ευκαιρία» προκειμένου να στριμώξει τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση.
Μάλιστα, την Τετάρτη κατά τη συζήτηση στη Βουλή στο πλαίσιο του νομοσχεδίου για την επιστολική ψήφο κατέθεσε και αίτημα για προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση για το κράτος Δικαίου επικεντρώνοντας στην υπόθεση των υποκλοπών, δείχνοντας πως θα εμμείνει στην προσπάθεια να συσχετιστεί το παράνομο λογισμικό με τις νόμιμες επισυνδέσεις της ΕΥΠ.
Και εδώ ακριβώς είναι το σημείο που απαιτεί προσοχή. Από τα μέχρι τώρα δεδομένα δεν υπάρχει τέτοιος συσχετισμός. Άλλωστε το ζήτημα αυτό το έκλεισε με την απόφασή του ο Άρειος Πάγος. Ποια απόφασή του; Αυτή που προέκυψε έπειτα από έρευνα που διεξήχθη που ουσιαστικά οδήγησε στη δίκη στο Μονομελές Πρωτοδικείο για τους τέσσερις ιδιώτες και την απόφαση που σήμερα επικαλείται ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, τα στελέχη του κόμματος αλλά και σύσσωμη η αντιπολίτευση.
Ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ πανηγυρίζει για την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αλλά δεν αποδέχεται αυτήν του Αρείου Πάγου. Γιατί; Διότι δεν εξυπηρετεί το αφήγημα και την προσπάθεια να ταυτιστούν δύο διαφορετικά πράγματα. Διότι η ΕΥΠ έχει τη δυνατότητα να προχωρά σε νόμιμες επισυνδέσεις για συγκεκριμένους λόγους και πάντα με την έγκριση του αρμόδιου εισαγγελέα. Και αυτό το ξέρουν εκεί στη Χαριλάου Τρικούπη.
Ας δούμε και το άλλο για το οποίο φωνάζουν. Αυτό περί κατασκοπείας και τι κάνει η κυβέρνηση μετά την απόφαση του Μονομελούς. Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Κατασκοπεία δεν κάνει το κράτος. Κατασκοπεία κάνουν σε βάρος ενός κράτους ή μιας κυβέρνησης. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να μην ξεχάσουμε και αυτά που ξέρουμε. Υπάρχουν και οι περιπτώσεις που κατασκοπεία κάνουν επιχειρηματίες, για λόγους ανταγωνισμού ή άλλους, μεταξύ τους. Αλλά αυτό είναι μια άλλη υπόθεση.
Αλλά από τη στιγμή που το θέμα το ερευνά η Δικαιοσύνη τι πρέπει να κάνει δηλαδή η κυβέρνηση. Γκουαντάναμο δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Η κυβέρνηση δεν κάνει συλλήψεις. Όπως και τα πρόσωπα που φέρονται να παρακολουθούντο ή να επιχειρήθηκε παρακολούθηση από το παράνομο λογισμικό τι θα μπορούσαν να κάνουν διαφορετικό. Να κάνουν μήνυση τη στιγμή που ενημερώθηκαν από τις αρμόδιες αρχές πως είχε μολυνθεί το κινητό τους και από τη στιγμή που αυτά διώκονται αυτεπάγγελτα;
Το είπε με σαφήνεια ο Μάκης Βορίδης, το κινητό του οποίου φέρεται να είναι μεταξύ αυτών που επιχειρήθηκε ή μολύνθηκε από το παράνομο λογισμικό. Συγκεκριμένα, μιλώντας την Τρίτη στον ραδιοφωνικό σταθμό Παραπολιτικά, είχε τον παρακάτω διάλογο:
«Τι είδους νομικές ενέργειες να κάνω; Εμένα μου κοινοποιήθηκε ένα χαρτί από την ανεξάρτητη Αρχή που λέει ότι διαπίστωσαν ότι ο τάδε αριθμός τηλεφώνου μου παρακολουθείτο. Αυτό γνωστοποιείτο και στην Εισαγγελία. Το αδίκημα είναι αυτεπαγγέλτως διωκόμενο. Άρα η δίωξη γίνεται. Εγώ τι ακριβώς να κάνω παραπέρα; Διότι να εισφέρω κάτι στην ανάκριση δεν έχω. Θα πήγαινα εκεί, θα με ρωτούσαν, κύριε Βορίδη, τι ξέρετε εσείς γι’ αυτό; Απάντηση: τίποτα. Τι μάθατε; Ότι μου ήρθε ένα χαρτί που λέει ότι με παρακολουθούσαν.
Δημοσιογράφος: Δεν θα θέλατε να μάθετε ποιος σας παρακολουθεί και για ποιον λόγο;
Μ. Βορίδης: Υποθέτω, δεν το ξέρω, γιατί αυτό είναι, αν με ρωτάνε σε παρακολουθούν οι συγκεκριμένοι, εγώ δεν ξέρω να το πω αυτό. Αυτό είναι ένα ζήτημα της ανάκρισης. Η ανάκριση βγάζει ποιος με παρακολουθεί».


