Κάθε φορά που η εγχώρια επικαιρότητα πιέζει για το φλέγον ζήτημα της ακρίβειας στα καύσιμα, τα δελτία ειδήσεων κατακλύζονται από «ειδήσεις-θαύματα» από το εξωτερικό.

Τα τηλεοπτικά παράθυρα ανακαλύπτουν ξαφνικά «γενναία κρατικά πλαφόν» και «αποφασιστικές παρεμβάσεις» σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, παρουσιάζοντάς τα ως μαγικές λύσεις που η ελληνική κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να εφαρμόσει.

Η περίπτωση της Ιταλίας αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ενημερωτικής παραποίησης. Στην ελληνική τηλεοπτική πραγματικότητα, ο τηλεθεατής εισέπραξε την εντύπωση ότι το ιταλικό κράτος παρενέβη νομοθετικά και επέβαλε ανώτατες τιμές σε κάθε γωνιά της χώρας. Ποια είναι όμως η αλήθεια; Η πραγματικότητα στην ιταλική αγορά είναι πολύ πιο σύνθετη και βαθιά επιχειρηματική.

Η αλήθεια είναι ότι η ρύθμιση αυτή δεν αποτελεί κυβερνητική επιβολή, αλλά μια εμπορική πρωτοβουλία της Eni-Enilive. Ο ενεργειακός κολοσσός αποφάσισε να θέσει μια συνιστώμενη ανώτατη τιμή στα 1,99 ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη και στα 2,19 ευρώ για το ντίζελ. Ωστόσο, το μέτρο αυτό εξαρχής δεν αφορά το σύνολο της αγοράς. Εφαρμόζεται από σήμερα (28/09) σε περίπου 3.000 πρατήρια της Eni, σε σύνολο σχεδόν 22.000 πρατηρίων σε όλη την Ιταλία. Η ίδια η εταιρεία υπογράμμισε ότι η τιμή αυτή δεν δεσμεύει απόλυτα ούτε καν το σύνολο του δικού της δικτύου, αφήνοντας περιθώρια αποκλίσεων.

Η κίνηση της Eni δεν πέρασε απαρατήρητη. Σε μια ελεύθερη αγορά, η απώλεια μεριδίου είναι ο μεγαλύτερος φόβος των εταιρειών, γεγονός που ανάγκασε και άλλους μεγάλους παίκτες να ευθυγραμμιστούν. Η Italiana Petroli (IP) και η Esso ανακοίνωσαν σταδιακά ότι υιοθετούν το ίδιο ακριβώς όριο τιμών στο δικό τους εκτεταμένο δίκτυο. Με την προσθήκη αυτών των εταιρειών, το ποσοστό των πρατηρίων υπό «εθελοντικό πλαφόν» αυξήθηκε, καλύπτοντας περίπου το 39% του συνολικού εθνικού δικτύου, δηλαδή περίπου 8.500 πρατήρια από τα 22.000 της χώρας. Την ίδια ώρα, η ιταλική κυβέρνηση προσπάθησε να εκμεταλλευτεί πολιτικά την κατάσταση. Διά του υπουργού Εξωτερικών, Αντόνιο Ταγιάνι, δήλωσε ότι «η προσέγγιση του διαλόγου κέρδισε» και ξεκίνησε άμεσα επαφές με την Q8 (Kuwait Petroleum), πιέζοντάς τη να μπει και αυτή στο παιχνίδι της συγκράτησης των τιμών.

Αυτό όμως που σκοπίμως παραλείπεται από τα τηλεοπτικά ρεπορτάζ είναι η σκοτεινή πλευρά του μέτρου: η απόγνωση των ανεξάρτητων πρατηριούχων και των ιδιοκτητών μικρών, οικογενειακών βενζινάδικων.

Οι ανεξάρτητοι operators της Ιταλίας αντέδρασαν οργισμένα, κατηγορώντας την Eni για αθέμιτο ανταγωνισμό. Η λογική τους είναι απλή και αμείλικτη: ένας κρατικά ελεγχόμενος παγκόσμιος κολοσσός έχει την οικονομική επιφάνεια να απορροφήσει τις απώλειες των υψηλών διεθνών τιμών διύλισης για 30 ή 60 ημέρες, χρησιμοποιώντας τα κέρδη από άλλες δραστηριότητές του. Ένα μικρό ιδιωτικό πρατήριο, όμως, δεν μπορεί να το κάνει. Οι μικροί λιανοπωλητές προειδοποιούν ήδη για δομικό κραχ και επερχόμενα λουκέτα. Καθώς οι καταναλωτές σχηματίζουν ουρές στα πρατήρια των μεγάλων κολοσσών (Eni, IP, Esso), οι μικροί μένουν χωρίς πελατεία, την ώρα που το κόστος προμήθειάς τους από τα διυλιστήρια παραμένει στα ύψη.

Στα δικά μας τώρα: Η «μετάφραση» μιας ιδιωτικής, επιθετικής εμπορικής πολιτικής σε «εθνικό κοινωνικό πλαφόν» μιας ξένης χώρας αναδεικνύει τη σπέκουλα της ενημέρωσης στην Ελλάδα. Αντί για μια σοβαρή ανάλυση των συνθηκών της διεθνούς αγοράς, των τιμών του πετρελαίου ή της δομής των φόρων, όπως ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, επιλέγεται η εύκολη δημιουργία εντυπώσεων. Το μέτρο στην Ιταλία δεν είναι ένα «αναίμακτο» κοινωνικό αγαθό. Είναι ένας σκληρός επιχειρηματικός πόλεμος που συμπιέζει ασφυκτικά τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα της χώρας. Όσο αρνούμαστε να δούμε την πραγματικότητα με όρους οικονομίας και τη μεταφράζουμε με όρους τηλεοπτικής τηλεθέασης, τόσο η συζήτηση για την καταπολέμηση της ακρίβειας στην Ελλάδα θα παραμένει εγκλωβισμένη σε ανεδαφικά ευχολόγια.