Για το ΠΑΣΟΚ του Νίκου Ανδρουλάκη προφανώς καλές αποφάσεις της Δικαιοσύνης είναι μόνο οι βολικές αποφάσεις. Διαφορετικά, αναπαράγεται η μόνιμη επωδός περί κυβερνητικών παρεμβάσεων.

Η ιστορία όμως πολλές φορές αποτελεί χρήσιμο αντίβαρο στη βολική πολιτική λήθη. Ιδίως, μάλιστα, όταν τα ίδια πρόσωπα και οι ίδιοι πολιτικοί χώροι έχουν αφήσει σαφές αποτύπωμα σε προηγούμενες περιόδους. Για του λόγου του αληθές, το 2016 και με αφορμή την υπόθεση της Marfin (του Ανδρέα Βγενόπουλου), ο Ευάγγελος Βενιζέλος είχε υιοθετήσει απέναντι στη Δικαιοσύνη και την πολιτική της ηγεσία μια γραμμή εξίσου σκληρή –αν όχι σκληρότερη– με εκείνη που έχει σήμερα ο Νίκος Ανδρουλάκης. Βέβαια, οι κακές γλώσσες τότε έλεγαν ότι ο λόγος ήταν το προσωπικό ενδιαφέρον που είχε για το θέμα, αφού αφορούσε –ενδεχομένως– και συγγενικό του πρόσωπο, αν και ο ίδιος το αρνούνταν.

Συγκεκριμένα, με επιστολή του προς την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δεν δίσταζε να κάνει λόγο για σοβαρές θεσμικές παρεκκλίσεις, θέτοντας ευθέως ζητήματα ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας. Μάλιστα, στη Βουλή ζητούσε την άμεση κλήση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Δικαιοσύνης στο φόντο εξελίξεων που, κατά την εκτίμησή του, έθεταν υπό δοκιμασία την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης. Στο στόχαστρο της παρέμβασής του βρέθηκαν τρία πρόσωπα με κομβικό ρόλο εκείνη την περίοδο: ο υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος, ο αναπληρωτής υπουργός Δικαιοσύνης, Δημήτρης Παπαγγελόπουλος, και η πρόεδρος του Αρείου Πάγου, Βασιλική Θάνου.

Επιστολή «ανησυχίας»

Η υπόθεση και οι ευρύτερες αναφορές σε παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη είχαν ήδη φορτίσει το πολιτικό κλίμα, ενώ η συζήτηση και τότε αφορούσε το κράτος δικαίου, με τον Ευάγγελο Βενιζέλο να εκφράζει «βαθύτατη ανησυχία» ως προς την προστασία όχι μόνο της εξωτερικής αλλά –κυρίως– της εσωτερικής ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης. Επεδίωκε, μάλιστα, να αναδείξει ότι το πρόβλημα δεν περιοριζόταν σε πιθανές πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά επεκτεινόταν και στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ίδιοι οι δικαστικοί μηχανισμοί.

Στην επιστολή του, ο πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απαριθμούσε συγκεκριμένα περιστατικά:

• Πρώτον, την επιλογή της προέδρου του Αρείου Πάγου να κινηθεί νομικά κατά του συνταγματολόγου Σταύρου Τσακυράκη για σχόλιό του, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, δημιουργούσε ζήτημα σύγκρουσης ρόλων, καθώς η πρόεδρος του Α.Π. ήταν πειθαρχικά προϊσταμένη δικαστικών λειτουργών που ενδεχομένως θα καλούνταν να χειριστούν την υπόθεση.

• Δεύτερον, εστίαζε σε χειρισμούς που αφορούσαν εισαγγελικές αποφάσεις και πειθαρχικές έρευνες, αφήνοντας αιχμές για επιλεκτική ενεργοποίηση διαδικασιών. Ειδική αναφορά έκανε σε δικογραφία που τέθηκε στο αρχείο από εισαγγελικό λειτουργό, με τον ίδιο να επισημαίνει ότι αντί να διερευνηθεί το σύνολο των καταγγελιών που περιείχε, κινήθηκε πειθαρχική διαδικασία εις βάρος της εισαγγελέως.

• Τρίτον, επανερχόταν στο ζήτημα των πειθαρχικών ελέγχων σε ανώτερους εισαγγελικούς λειτουργούς, υποστηρίζοντας ότι δημιουργείται εικόνα επαναλαμβανόμενης πίεσης σε πρόσωπα που λαμβάνουν κρίσιμες δικαστικές αποφάσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο, η παρέμβαση Βενιζέλου μέσω της Επιτροπής Θεσμών και Διαφάνειας (για άλλους λόγους, βέβαια, τότε) αποσκοπούσε στο να περάσει το δικό του, μολονότι βέβαια ο ΣΥΡΙΖΑ είχε… βαρύ ιστορικό, με αποκορύφωμα την παρουσία του τότε κυβερνητικού εκπροσώπου, Δημήτρη Τζανακόπουλου, στην εισαγγελία του Αρείου Πάγου λίγες ώρες πριν έρθει στη Βουλή η σκευωρία της Novartis. Οπως υπογράμμιζε o Ε. Βενιζέλος, εκείνη την περίοδο η ενημέρωση για τα συγκεκριμένα ζητήματα προερχόταν κυρίως από δημοσιογραφικές πηγές και όχι από μια οργανωμένη κοινοβουλευτική διαδικασία, γεγονός που, κατά τον ίδιο, καθιστούσε επιτακτική την επίσημη συζήτηση. Η αναφορά του στον ρόλο του υπουργού Δικαιοσύνης ήταν ιδιαίτερα αιχμηρή. Τόνιζε ότι φέρει «τη συνολική θεσμική ευθύνη» για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ενώ διαθέτει και συγκεκριμένες αρμοδιότητες ως προς την κίνηση πειθαρχικών διαδικασιών. Στο ίδιο πλαίσιο ενέτασσε και τον αναπληρωτή υπουργό, στον οποίο είχαν εκχωρηθεί κρίσιμες αρμοδιότητες.

Δείκτης… αναξιοπιστίας

Σε κάθε περίπτωση, οι αναφορές του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ δείχνουν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο για τη σημερινή αξιωματική αντιπολίτευση. Αλλά, εν τέλει, η συζήτηση για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να γίνεται επιλεκτικά ούτε με οπορτουνιστικούς όρους. Η συνέπεια στη στάση απέναντι στους θεσμούς αποτελεί βασικό δείκτη αξιοπιστίας για κάθε πολιτικό χώρο. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι η όποια κριτική να εκλαμβάνεται ως πολιτικό εργαλείο και όχι ως ουσιαστική υπεράσπιση του κράτους δικαίου.