Υπάρχουν στιγμές που η πολιτική δεν αποκαλύπτεται μέσα από όσα υπόσχεται, αλλά μέσα από όσα έχει ήδη αρνηθεί. Και στην περίπτωση της τετραήμερης εργασίας, το ΠΑΣΟΚ μοιάζει να πατά σε δύο βάρκες ταυτόχρονα.

Πριν από λίγους μήνες, τον Ιούλιο του 2025, το κόμμα του Νίκου Ανδρουλάκη καταψήφιζε το εργασιακό πλαίσιο που έδινε τη δυνατότητα για 4ήμερη εργασία μέσω διευθέτησης χρόνου, δηλαδή τέσσερις ημέρες με 10ωρη απασχόληση. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη παρουσιαζόταν τότε ως «αντεργατική», ως μια ρύθμιση που δήθεν οδηγεί σε εξουθένωση και απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Σήμερα, με αφορμή τον επικείμενο εορτασμό της εργατικής Πρωτομαγιάς, το ίδιο κόμμα επανέρχεται προτείνοντας τετραήμερη εργασία ως κεντρική πολιτική επιλογή. Η διαφορά; Αυτή τη φορά μιλά για 32 ή 35 ώρες εβδομαδιαίας εργασίας με πλήρεις αποδοχές. Το αφήγημα αλλάζει, αλλά η βασική αντίφαση παραμένει: πώς γίνεται μια μορφή τετραήμερης εργασίας να θεωρείται προβληματική όταν προτείνεται από την κυβέρνηση, αλλά «προοδευτική» όταν προέρχεται από την αντιπολίτευση;

Η απάντηση δεν βρίσκεται τόσο στην ουσία των προτάσεων, όσο στη σκοπιμότητα. Το ισχύον πλαίσιο επιχειρεί να εισαγάγει ευελιξία με όρους: συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, τήρηση των ορίων ανάπαυσης, διασφάλιση δικαιωμάτων. Δεν επιβάλλει το 10ωρο· το επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις.

Αντίθετα, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ μεταφέρει τη συζήτηση σε ένα εντελώς διαφορετικό λαϊκιστικό πεδίο: λιγότερες ώρες, ίδιος μισθός. Θεωρητικά ελκυστικό, πρακτικά σύνθετο. Σε μια οικονομία που βασίζεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μια τέτοια μεταβολή σημαίνει αυξημένο μισθολογικό κόστος, ανάγκη για περισσότερες προσλήψεις ή πίεση στις τιμές. Δεν είναι δεδομένο ότι όλοι οι κλάδοι μπορούν να το αντέξουν.

Τι θα κάνει, για παράδειγμα, μια μικρή επιχείρηση εστίασης; Θα αυξήσει τιμές; Θα μειώσει προσωπικό; Ή θα περάσει στη γκρίζα ζώνη της υποδηλωμένης εργασίας; Οι απαντήσεις δεν είναι ιδεολογικές, είναι απολύτως πρακτικές.

Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι ποιο μοντέλο είναι ιδανικό. Είναι η συνέπεια της πολιτικής στάσης. Δεν μπορείς να απορρίπτεις ένα εργαλείο ευελιξίας ως επικίνδυνο και λίγους μήνες μετά να εμφανίζεσαι ως υπέρμαχος της ίδιας, έστω διαφορετικής, ιδέας. Αυτό δεν συνιστά εξέλιξη θέσεων. Συνιστά προσαρμογή στο εκάστοτε πολιτικό ακροατήριο.

Η τετραήμερη εργασία είναι μια σοβαρή συζήτηση που διεξάγεται διεθνώς, με όρους παραγωγικότητας, ανταγωνιστικότητας και ποιότητας ζωής. Δεν προσφέρεται για εύκολες αντιπαραθέσεις ούτε για πολιτικά «rebranding».

Και τελικά, το ερώτημα παραμένει απλό: όταν λες «όχι» πέρυσι και «ναι» φέτος, τι ακριβώς έχει αλλάξει; Η πραγματικότητα ή η πολιτική γραμμή;