Η πρόταση για τετραήμερη εργασία μετατρέπεται... σε πιλοτικό πείραμα για λίγους, εκθέτοντας την αξιοπιστία του ΠΑΣΟΚ και του Νίκου Ανδρουλάκη.

Η συζήτηση για τη μείωση του χρόνου εργασίας και τη μετάβαση σε 4ήμερη εβδομάδα προκαλεί στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό, με το ΠΑΣΟΚ και τον πρόεδρό του, Νίκο Ανδρουλάκη, να επιχειρούν να επανατοποθετηθούν ως φορείς «προοδευτικών» μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας. Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στις αρχικές εξαγγελίες για 32–35 ώρες εργασίας με πλήρεις αποδοχές και τη σημερινή «διευκρίνιση» περί πιλοτικής εφαρμογής σε συγκεκριμένους κλάδους και επιχειρήσεις, δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για τη συνέπεια, τη σοβαρότητα και κυρίως την αξιοπιστία της πρότασης. Σε μια οικονομία που  ακόμη ακόμα αναπτύσσεται και παλεύει με διαρθρωτικές αδυναμίες, τέτοιου είδους αντιφάσεις δεν περνούν απαρατήρητες.

Η αρχική τοποθέτηση του Νίκου Ανδρουλάκη ήταν ξεκάθαρη και πολιτικά φορτισμένη: 32 ή 35 ώρες εργασίας την εβδομάδα, χωρίς μείωση αποδοχών, ως απάντηση στο «ξεπερασμένο» μοντέλο φθηνής εργασίας. Μια πρόταση που παρουσιάστηκε ως δομική τομή στο παραγωγικό μοντέλο. Λίγες ώρες αργότερα, όμως, οι ίδιες θέσεις «εξειδικεύονται» από τη Χαριλάου Τρικούπη: πιλοτική εφαρμογή, μόνο σε μεγάλες επιχειρήσεις, μόνο σε θέσεις έντασης διανοίας, μόνο με συμφωνία εργοδοτών και με φορολογικά κίνητρα. Από μια γενικευμένη μεταρρύθμιση, φτάσαμε σε ένα περιορισμένο πείραμα. Η διαφορά δεν είναι λεπτομέρεια· είναι πολιτική υπαναχώρηση.

Αυτή η μετάβαση από τη γενική εξαγγελία στη στοχευμένη «διόρθωση» δεν είναι απλώς τεχνική προσαρμογή. Είναι η γέφυρα που αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα της πρότασης: την έλλειψη επεξεργασίας και τη βιασύνη για εντυπωσιασμό. Και εκεί ακριβώς ξεκινά το ουσιαστικό ζήτημα.

Από τη ρητορική στην πραγματικότητα

Το ΠΑΣΟΚ επιχείρησε να ντύσει την πρόταση με ευρωπαϊκό μανδύα, επικαλούμενο τάσεις για τετραήμερη εργασία και βελτίωση της ισορροπίας ζωής–εργασίας. Όμως η ελληνική οικονομία δεν είναι copy-paste ευρωπαϊκών οικονομιών υψηλής παραγωγικότητας. Η απότομη υιοθέτηση ενός τέτοιου μοντέλου, χωρίς σαφές πλαίσιο εφαρμογής, οδηγεί σε στρεβλώσεις. Και αυτό φαίνεται ότι το αντιλήφθηκαν εκ των υστέρων στη Χαριλάου Τρικούπη.

Η «διόρθωση» με περιορισμούς και προϋποθέσεις είναι ουσιαστικά παραδοχή ότι η αρχική πρόταση δεν στεκόταν ως είχε. Αντί για καθολική πολιτική, παρουσιάζεται πλέον ως ένα εργαλείο που αφορά συγκεκριμένα τμήματα της αγοράς. Αυτό όμως δεν συνιστά μεταρρύθμιση· είναι πιλοτική άσκηση.

Ο λαϊκισμός της εύκολης υπόσχεσης

Η αρχική εξαγγελία είχε όλα τα χαρακτηριστικά του πολιτικού λαϊκισμού: ένα ελκυστικό σύνθημα, χωρίς σαφή κοστολόγηση και χωρίς συγκεκριμένο μηχανισμό εφαρμογής. Μείωση ωρών, ίδιος μισθός, καλύτερη ζωή. Το αφήγημα είναι προφανώς γοητευτικό. Αλλά η οικονομία δεν λειτουργεί με συνθήματα.

Όταν η πρόταση άρχισε να δέχεται κριτική, η αναδίπλωση ήρθε άμεσα. Και εκεί ακριβώς εντοπίζεται ο τυχοδιωκτισμός: πρώτα λες κάτι για να κερδίσεις εντυπώσεις και μετά το προσαρμόζεις για να περιορίσεις τις αντιδράσεις. Αυτό δεν είναι σοβαρή πολιτική· είναι τακτικισμός.

Η αντίφαση του «παραγωγικού μοντέλου»

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να συνδέσει την πρόταση με την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου και την ενσωμάτωση της τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης. Ωστόσο, εδώ προκύπτει μια θεμελιώδης αντίφαση: αν η οικονομία είναι χαμηλής παραγωγικότητας, όπως οι ίδιοι παραδέχονται, τότε πώς ακριβώς θα στηρίξει άμεσα λιγότερες ώρες εργασίας με ίδιες αποδοχές;

Η απάντηση που δίνεται είναι θεωρητική: «θα αυξηθεί η παραγωγικότητα». Ναι, αλλά αυτό δεν γίνεται με πολιτικές δηλώσεις. Χρειάζεται επενδύσεις, χρόνο και μεταρρυθμίσεις που ήδη βρίσκονται σε εξέλιξη. Δεν μπορεί να αποτελεί προϋπόθεση κάτι που δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

Πιλοτικό ή πολιτικό άλλοθι;

Η μετατροπή της πρότασης σε «πιλοτική εφαρμογή» δημιουργεί ένα ακόμη ερώτημα: πρόκειται για πραγματική πολιτική κατεύθυνση ή για έναν τρόπο να διατηρηθεί ζωντανό ένα αφήγημα χωρίς κόστος; Γιατί ένα πιλοτικό πρόγραμμα, περιορισμένο σε συγκεκριμένους κλάδους και επιχειρήσεις, δεν αλλάζει το παραγωγικό μοντέλο της χώρας.

Αντιθέτως, λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό άλλοθι: «το προτείναμε, αλλά υπό προϋποθέσεις». Αυτό όμως απέχει πολύ από την αρχική εικόνα μιας τολμηρής μεταρρύθμισης.

Η αξιοπιστία στο επίκεντρο

Στην πολιτική, η αξιοπιστία δεν κρίνεται από τις προθέσεις, αλλά από τη συνέπεια. Όταν μια πρόταση αλλάζει μέσα σε λίγες ώρες, το πρόβλημα δεν είναι επικοινωνιακό· είναι ουσιαστικό. Δείχνει ότι δεν υπήρχε επαρκής προετοιμασία.

Το ΠΑΣΟΚ επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη σοβαρότητας και τεχνοκρατικής επάρκειας. Όμως τέτοιες κινήσεις υπονομεύουν αυτή την εικόνα. Γιατί δίνουν την εντύπωση ότι οι πολιτικές θέσεις διαμορφώνονται περισσότερο με βάση την επικαιρότητα και λιγότερο με βάση ένα συνεκτικό σχέδιο.

Μεταρρύθμιση ή επικοινωνιακό πυροτέχνημα;

Η ιδέα της μείωσης του χρόνου εργασίας δεν είναι από μόνη της προβληματική. Αντίθετα, αποτελεί αντικείμενο σοβαρής συζήτησης διεθνώς. Το ζήτημα είναι πώς, πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις εφαρμόζεται.

Στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚ και του Νίκος Ανδρουλάκης, η ταχύτητα με την οποία η πρόταση μετατράπηκε από γενική εξαγγελία σε περιορισμένο πιλοτικό σχήμα δείχνει ότι δεν υπήρχε σαφής στρατηγική από την αρχή. Και αυτό αφήνει μια έντονη αίσθηση προχειρότητας.

Τελικά, το ερώτημα δεν είναι αν το 35ωρο μπορεί να εφαρμοστεί κάποτε. Το ερώτημα είναι αν όσοι το προτείνουν είναι έτοιμοι να το στηρίξουν με σοβαρότητα ή αν απλώς το χρησιμοποιούν ως εργαλείο εντυπωσιασμού. Και μέχρι στιγμής, η εικόνα που δίνεται δεν πείθει.