Το Ιράν φαίνεται να έχει επιλέξει τη στρατηγική της καθυστέρησης στις συνομιλίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες, σύμφωνα με ανάλυση του Guardian.

Η εκτίμηση είναι ότι η Τεχεράνη θέλει να κρατήσει ανοιχτή τη σύγκρουση μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, ώστε να αυξήσει το πολιτικό κόστος για τον Ντόναλντ Τραμπ.

Η βρετανική εφημερίδα εξετάζει το χρονοδιάγραμμα που ακολουθεί η ιρανική πλευρά. Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τεχεράνη δεν βιάζεται να κλείσει τις εκκρεμότητες με την Ουάσιγκτον. Αντίθετα, φέρεται να επιδιώκει μια παρατεταμένη διαδικασία.

Στόχος, όπως αναφέρεται, είναι ο Τραμπ να φτάσει στις κάλπες με το μέτωπο του Ιράν ακόμη ανοιχτό. Παράλληλα, η προεδρία του θα έχει να αντιμετωπίσει το οικονομικό και πολιτικό κόστος της σύγκρουσης.

Στο Ιράν, άλλωστε, η αντιπαράθεση με τον Αμερικανό πρόεδρο έχει αποκτήσει και προσωπικά χαρακτηριστικά.

Ο Τραμπ είχε αποσύρει τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα. Είχε επίσης εγκρίνει την επιχείρηση που οδήγησε στον θάνατο του Κασέμ Σουλεϊμανί. Σύμφωνα με την ανάλυση, η καχυποψία απέναντι στις ΗΠΑ, που υπάρχει στο ιρανικό καθεστώς εδώ και δεκαετίες, έχει πλέον συνδεθεί στενά και με το πρόσωπο του Τραμπ.

«Η Τεχεράνη θα συνεχίσει να παίζει παιχνίδια»

Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου έχουν πλέον μπει ξεκάθαρα στους υπολογισμούς της Τεχεράνης.

Ιρανικά μέσα ενημέρωσης παρακολουθούν στενά τη δημοτικότητα του Αμερικανού προέδρου. Συνδέουν την πτώση της με τη δυσαρέσκεια για τον πόλεμο, αλλά και με τις υψηλές τιμές του πετρελαίου.

Η σύνδεση των διαπραγματεύσεων με το αμερικανικό εκλογικό ημερολόγιο έγινε ακόμη πιο εμφανής μετά τις δηλώσεις του αναπληρωτή υπουργού Εξωτερικών του Ιράν, Καζέμ Γκαριμπαμπάντι.

Ο ίδιος δήλωσε στο κρατικό πρακτορείο IRNA ότι, μετά τη συμφωνία για τη διαδρομή της εμπορικής ναυτιλίας μέσω των Στενών του Ορμούζ, θα χρειαστούν από δύο έως τέσσερις μήνες για να προχωρήσει η δεύτερη φάση των συνομιλιών για το πυρηνικό πρόγραμμα.

Το αρχικό σχέδιο προέβλεπε έναρξη των σχετικών συνομιλιών μέσα σε 30 ημέρες από την υπογραφή του μνημονίου κατανόησης με τις ΗΠΑ τον Ιούνιο. Σύμφωνα με τον Γκαριμπαμπάντι, αυτό το χρονοδιάγραμμα εγκαταλείφθηκε από την κυβέρνηση Τραμπ.

Αν το Ιράν επιβάλει τελικά τον δικό του ρυθμό, ο Τραμπ μπορεί να φτάσει στις κάλπες χωρίς συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα. Θα έχει, όμως, στην πλάτη του το οικονομικό βάρος μιας παρατεταμένης κρίσης.

Ο Τζέισον Μπρόντσκι, από την οργάνωση «United against a Nuclear Iran», δήλωσε: «Αυτό δημιουργεί το πολύ πιθανό σενάριο της συνέχισης των κύκλων σύγκρουσης μεταξύ των ΗΠΑ και της Τεχεράνης για το στενό. Δεν θα υπάρξει πραγματική ηρεμία πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές. Η Τεχεράνη δεν έχει κανένα συμφέρον να το παραχωρήσει αυτό στην κυβέρνηση Τραμπ… Θα συνεχίσει να παίζει παιχνίδια.»

Το πρακτορείο Mehr News, που πρόσκειται στους Φρουρούς της Επανάστασης, περιέγραψε από την πλευρά του ένα δύσκολο πολιτικό δίλημμα για τον Τραμπ.

«Η συνέχιση του πολέμου θα μπορούσε να αυξήσει την πολιτική και οικονομική πίεση στην κυβέρνηση και να επιδεινώσει την πτώση στη δημοτικότητά του. Από την άλλη πλευρά, η υποχώρηση ή η κίνηση προς την κατεύθυνση της μείωσης των εντάσεων θα μπορούσε επίσης να ερμηνευθεί από ορισμένους υποστηρικτές του Τραμπ ως υπαναχώρηση από τα προεκλογικά του συνθήματα».

Η μάχη μεταφέρεται στις κάλπες

Με βάση αυτή την ανάγνωση, η αναμέτρηση δεν περιορίζεται πλέον στο στρατιωτικό πεδίο.

Για την Τεχεράνη, οι αμερικανικές κάλπες μπορεί να αποδειχθούν εξίσου κρίσιμες. Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών θα μπορούσε να επηρεάσει τόσο την εσωτερική πολιτική των ΗΠΑ όσο και τη στάση της Ουάσιγκτον απέναντι στο Ιράν.

Στην Τεχεράνη αντιμετωπίζουν με μεγάλη επιφύλαξη τις διαβεβαιώσεις του Τραμπ ότι οι εκλογές δεν καθορίζουν τη στρατηγική του.

Τα ιρανικά μέσα έχουν δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στις δηλώσεις του Μαρκ Ζελ, προέδρου της οργάνωσης «Republicans Overseas Israel».

«Όλα έχουν να κάνουν με τις ενδιάμεσες εκλογές… το αμερικανικό κοινό έχει απλώς κουραστεί από τον πόλεμο και η κυβέρνηση πλοηγείται επιδέξια στα προεκλογικά νερά προκειμένου να αποφύγει να αναλάβουν το Κογκρέσο οι Δημοκρατικοί».

Οι τοποθετήσεις αυτές ενισχύουν τη συζήτηση στο εσωτερικό του Ιράν για το πόσο πρέπει να επηρεάζουν οι εκλογές τη στρατηγική απέναντι στις ΗΠΑ.

Μία πλευρά θεωρεί ότι πιθανή απώλεια του Κογκρέσου από τους Ρεπουμπλικάνους θα μπορούσε να περιορίσει δραστικά τις κινήσεις του Τραμπ. Κάποιοι θεωρούν ακόμη ότι μπορεί να επηρεαστεί η χρηματοδότηση της σύγκρουσης.

Ο πρώην Ιρανός διπλωμάτης Μοστάφα Ζαχράνι υποστήριξε ότι μία εκλογική ήττα «θα καταστήσει αναπόφευκτο το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν θα μπορεί να επιστρέψει στον πόλεμο και θα λάβει σοβαρά υπόψη τις διαπραγματεύσεις».

Υπάρχει, όμως, και η αντίθετη άποψη.

Ο καθηγητής διεθνών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο της Τεχεράνης Νάσερ Χαντιάν θεωρεί ότι το Ιράν πρέπει να αξιοποιήσει τώρα όσα έχει κερδίσει και όχι να περιμένει την πιθανή αποδυνάμωση του Αμερικανού προέδρου.

«Αν χάσει, θα έχει λιγότερα κίνητρα να καταλήξει σε συμφωνία με το Ιράν, διότι σε αυτή την περίπτωση θα έχει αποδυναμωθεί, και το Ισραήλ και άλλοι θα βρουν πολύ πιο εύκολο να του επιτεθούν κάτι που δεν τολμούν να κάνουν τώρα. Όσοι λένε ότι πρέπει να περιμένουμε τις ενδιάμεσες εκλογές δεν έχουν καμία κατανόηση της πολιτικής στην Αμερική».

Η ιρανική διπλωματία φαίνεται πάντως να εκτιμά ότι τα περιθώρια του Τραμπ δεν είναι απεριόριστα.

Η συνέχιση ενός πολέμου που παραμένει αντιδημοφιλής στις ΗΠΑ μπορεί να πιέσει τον ίδιο και τους Ρεπουμπλικάνους υποψηφίους. Οι τελευταίοι θα ήθελαν, σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, το θέμα να έχει κλείσει πριν από τις κάλπες.

Για τον Τραμπ, το πολιτικό ρίσκο είναι μεγάλο. Μια σύγκρουση χωρίς γρήγορη διέξοδο θα μπορούσε να μετατραπεί σε κεντρικό βάρος για τη δεύτερη προεδρική θητεία του.