Η επιθετική οικονομική διείσδυση κρατικών κεφαλαίων από τις χώρες του Κόλπου αλλοιώνει τη φυσιογνωμία των σπορ στην Ευρώπη.

Η πρωτοφανής κρίση στις σχέσεις του Ολυμπιακού με τον Τόμας Γουόκαπ αποκαλύπτει πώς η επιθετική οικονομική διείσδυση κρατικών κεφαλαίων από τα κράτη του Κόλπου αλλοιώνει τη φυσιογνωμία του ευρωπαϊκού αθλητισμού. Η περίπτωση αυτή υπερβαίνει τις γραμμές του γηπέδου, καθώς αγγίζει τις ευρύτερες πολιτικοοικονομικές ισορροπίες, όπου η ισχύς του χρήματος επιχειρεί να καταλύσει κάθε έννοια θεσμικής νομιμότητας και εργασιακής ηθικής.

Το «Sportswashing» ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος

Εδώ και μία εικοσαετία, το ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο βιώνει τις συνέπειες του «sportswashing». Κράτη όπως το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία χρησιμοποιούν τις ομάδες-δορυφόρους τους για να αποσπάσουν τη διεθνή προσοχή από τις συστηματικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, να ξεπλύνουν την πολιτική τους εικόνα και να διευρύνουν τη γεωπολιτική επιρροή τους στη Δύση. Δεν πρόκειται για αθλητικές επενδύσεις, αλλά για στρατηγική άσκησης «ήπιας ισχύος».

Το μοντέλο αυτό, που οδήγησε το ποδόσφαιρο σε έναν φρενήρη, πληθωριστικό ρυθμό budget, πέρασε πλέον και στο μπάσκετ μέσω της EuroLeague. Η είσοδος ομάδων που χρηματοδοτούνται απευθείας από τα κρατικά ταμεία των Εμιράτων στερείται αθλητικής και εμπορικής λογικής με τους παραδοσιακούς όρους.

Όταν ένας νεοσύστατος οργανισμός προσφέρει μυθικά συμβόλαια εκατομμυρίων –ποσά που καμία ευρωπαϊκή ομάδα, ακόμα και οι πρωταθλήτριες, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν βάσει των πραγματικών εσόδων τους– η αγορά στρεβλώνεται ανεπανόρθωτα. Η τεχνητή αύξηση των προϋπολογισμών προκαλεί την αποδυνάμωση του υγιούς ανταγωνισμού και επιφέρει την απώλεια ταυτότητας, αφού οι ομάδες μετατρέπονται σε εταιρικά franchises χωρίς οργανικό δεσμό με την κοινωνία και την κουλτούρα των φιλάθλων.

Οι αριθμοί πίσω από το φαινόμενο ζαλίζουν και επιβεβαιώνουν τη στρέβλωση. Στο ποδόσφαιρο, το Κατάρ δαπάνησε περίπου 220 δισεκατομμύρια δολάρια για το Μουντιάλ του 2022, ενώ κρατικά funds όπως το PIF της Σαουδικής Αραβίας ή το ADUG των Εμιράτων εξαγοράζουν ολόκληρα δίκτυα συλλόγων (multi-club ownership).

Στο μπάσκετ, η Dubai BC επιχειρεί να εφαρμόσει την ίδια επιθετική πολιτική. Ενώ ο Ολυμπιακός δεσμεύει τον 33χρονο διεθνή γκαρντ με εγγυημένο συμβόλαιο 1,1 εκατομμυρίου δολαρίων χωρίς ρήτρα αποχώρησης (buyout), η ομάδα του Ντουμπάι εμφανίστηκε προσφέροντας στον παίκτη ένα ηγεμονικό συμβόλαιο που αγγίζει τα 3 εκατομμύρια ευρώ μεικτά ετησίως.

Παράλληλα, οι Αραβες κατέθεσαν προτάσεις εξαγοράς προς την ελληνική ΚΑΕ, ξεκινώντας από τις 600.000 δολάρια, ανεβαίνοντας στις 800.000 ευρώ και φτάνοντας το 1.000.000 δολάρια ως τελική προσφορά. Αυτές οι προτάσεις απορρίφθηκαν. Αυτή η τεχνητή εισροή κεφαλαίων δημιουργεί μια αγορά δύο ταχυτήτων, όπου η ιστορία, η συνέπεια και η αθλητική δομή υποκλίνονται στην απεριόριστη ρευστότητα των πετροδολαρίων.

Η νομική εκτροπή και η εργαλειοποίηση του εργαζομένου

Στο «Γουόκαπ γκέιτ» γινόμαστε μάρτυρες μιας απαράδεκτης συμπεριφοράς ενός νεόπλουτου οργανισμού εις βάρος ενός παραδοσιακού ευρωπαϊκού συλλόγου και προσφάτως πρωταθλητή. Ο επαγγελματισμός στον αθλητισμό είναι δεδομένος και οι επιλογές των αθλητών να μεγιστοποιήσουν τα κέρδη τους στην περιορισμένη χρονικά καριέρα τους είναι απόλυτα θεμιτές.

Ωστόσο, η μεθοδολογία που χρησιμοποιήθηκε στην προκειμένη περίπτωση, με τη μονομερή καταγγελία συμβολαίου από τον Τόμας Γουόκαπ και η προσφυγή στο BAT, έπειτα από προτάσεις της Dubai BC, αναδεικνύουν τη στρέβλωση του ευρωπαϊκού μπάσκετ. Μια ενδεχόμενη νομιμοποίηση αυτής της πρακτικής απειλεί να καταργήσει τα εγγυημένα συμβόλαια και να μετατρέψει τους ευρωπαϊκούς συλλόγους σε ανίσχυρα franchises.

Αν η EuroLeague κάνει δεκτή μια τέτοια μονομερή καταγγελία, θα δημιουργηθεί τρομακτικό νομικό προηγούμενο, οδηγώντας στην οριστική κατάργηση των κλειστών, εγγυημένων συμβολαίων στο ευρωπαϊκό μπάσκετ. Οποιοσδήποτε παίκτης, δελεασμένος από τα εκατομμύρια του Κόλπου, θα μπορεί να εφευρίσκει μια ασήμαντη αφορμή για να σπάει το συμβόλαιό του, μετατρέποντας τις ευρωπαϊκές ομάδες σε κέντρα διερχομένων.

Το πραγματικό θύμα αυτής της κατάστασης καταλήγει να είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος-αθλητής. Παγιδευμένος ανάμεσα στις Σειρήνες των εκατομμυρίων και στις νομικές δεσμεύσεις του, ο παίκτης εργαλειοποιείται, απομονώνεται από την ομάδα του, παρακινείται σε νομικές ακροβασίες και χρησιμοποιείται για να καμφθεί η αντίσταση του συλλόγου του.

Το υπαρξιακό δίλημμα των ευρωπαϊκών πρωταθλημάτων

Η πολιτικοοικονομική διάσταση του προβλήματος φέρνει τις ευρωπαϊκές αθλητικές αρχές προ των ευθυνών τους. Αν η EuroLeague και οι θεσμικοί εταίροι της επιτρέψουν στα κρατικά κεφάλαια της Μέσης Ανατολής να υπαγορεύουν τους όρους του παιχνιδιού, το ευρωπαϊκό μοντέλο αθλητισμού θα καταρρεύσει. Η περίπτωση του Γουόκαπ αποτελεί το οριακό σημείο.

Αν οι θεσμοί δεν προστατεύσουν τη νομιμότητα και τους συλλόγους απέναντι στην επιθετική εξαγορά συνειδήσεων και συμβολαίων, το ευρωπαϊκό μπάσκετ και ποδόσφαιρο θα απολέσουν οριστικά την ψυχή τους και θα μετατραπούν σε ακριβά, πλην όμως άψυχα, σκηνικά για την προβολή κρατικών συμφερόντων εκτός Ευρώπης.