Για πολλά χρόνια, η ιδέα μιας ευθείας αντιπαράθεσης Τουρκίας-Ισραήλ αντιμετωπιζόταν περισσότερο ως ακραίο θεωρητικό σενάριο παρά ως πραγματική γεωπολιτική πιθανότητα.

Δύο χώρες με ιστορικό στρατιωτικής συνεργασίας, δεσμούς με τη Δύση και κρίσιμο ρόλο στην αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής δύσκολα –υποτίθεται– θα μπορούσαν να βρεθούν στα πρόθυρα στρατηγικής σύγκρουσης.

Σήμερα, όμως, η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Δεν πρόκειται πλέον για μια υποθετική αντιπαράθεση δύο κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα, αλλά για δύο περιφερειακές δυνάμεις που αρχίζουν να διεκδικούν τον ίδιο γεωπολιτικό χώρο, τις ίδιες συμμαχίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και τον ίδιο ρόλο ως κυρίαρχη δύναμη στη νέα Μέση Ανατολή.

Η συζήτηση δεν είναι πια ακαδημαϊκή... Η αντιπαράθεση έχει περάσει από τη σφαίρα του αδιανόητου σε εκείνη του επιχειρησιακά πιθανού. Και το σημείο όπου αυτή η μετάβαση γίνεται ορατή είναι η Συρία.

Η μετά Ασαντ Συρία μετατρέπεται σε πεδίο όπου συγκρούονται δύο απολύτως διαφορετικές στρατηγικές. Η Τουρκία βλέπει τη Συρία ως χώρο προβολής ισχύος, ελέγχου και στρατηγικού βάθους. Το Ισραήλ, αντίθετα, βλέπει κάθε ενίσχυση της τουρκικής στρατιωτικής επιρροής ως άμεση απειλή για το βόρειο μέτωπό του.

Όπως επισημαίνει το Stimson Center, οι δύο δυνάμεις έχουν πλέον «θεμελιωδώς αντίθετες» αντιλήψεις: Η Άγκυρα επιδιώκει ένα ισχυρό συγκεντρωτικό συριακό κράτος υπό τη δική της επιρροή, ενώ το Ισραήλ προτιμά μια κατακερματισμένη Συρία, ανίκανη να εξελιχθεί σε δυνητική απειλή.

Η αντιπαράθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία επειδή εξελίσσεται σε μια περίοδο κατά την οποία η περιφερειακή επιρροή του Ιράν έχει υποχωρήσει αισθητά. Το στρατηγικό κενό που δημιουργείται δεν μένει ακάλυπτο. Η Τουρκία επιχειρεί να το αξιοποιήσει προβάλλοντας τον εαυτό της ως τη νέα κυρίαρχη δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου, ενώ το Ισραήλ επιδιώκει να εδραιώσει τον ρόλο του ως του πλέον αξιόπιστου στρατηγικού εταίρου των ΗΠΑ στη Μέση Ανατολή.

Έτσι, η μεταξύ τους αντιπαράθεση αποκτά χαρακτήρα ανταγωνισμού για την ίδια την περιφερειακή ηγεμονία.
Παρά τη σημαντική αποδυνάμωση της επιρροής της μετά την πτώση του καθεστώτος Ασαντ, η Ρωσία εξακολουθεί να διατηρεί κρίσιμη στρατιωτική παρουσία και δυνατότητες επιρροής στον συριακό εναέριο χώρο.

Αυτό σημαίνει ότι οποιαδήποτε σοβαρή στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Τουρκίας και Ισραήλ δεν θα εξαρτηθεί μόνο από τις δύο πλευρές αλλά και από τον βαθμό ανοχής ή αποτροπής που θα επιλέξει να ασκήσει η Μόσχα, καθιστώντας τη Συρία ένα ιδιαίτερα ασταθές γεωπολιτικό πεδίο, όπου οι κόκκινες γραμμές πολλαπλασιάζονται.

Το δεύτερο κρίσιμο στοιχείο είναι οι αμερικανικοί εξοπλισμοί. Η πώληση κινητήρων F110 για το τουρκικό πρόγραμμα Kaan, πέρα από την τεχνική της διάσταση, δίνει στην Άγκυρα χρόνο, αξιοπιστία και τη δυνατότητα να διατηρήσει ζωντανή τη φιλοδοξία της για μια αυτόνομη αεροπορική βιομηχανία μέχρι την ανάπτυξη εγχώριου κινητήρα.

Όσο για τα F-35, η επανέναρξη της συζήτησης για πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα υπογραμμίζει την αβεβαιότητα που δημιουργεί η συναλλακτική αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής η οποία χαρακτηρίζει την προσέγγιση Τραμπ. Μια προσέγγιση, που κλονίζει τις βεβαιότητες των παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ, με το Ισραήλ να προειδοποιεί, ότι μια τέτοια ανατροπή θα έπληττε καίρια την ποιοτική στρατιωτική του υπεροχή.

Το Κογκρέσο παραμένει το πεδίο, όπου οι αντιθέσεις αυτές αποκρυσταλλώνονται. Διακομματικές παρεμβάσεις, όπως εκείνες των βουλευτών Μάικ Λόουλερ (Ρεμπουμπλικανοί) και Μπραντ Σέρμαν (Δημοκρατικοί), καταδεικνύουν την αυξανόμενη ανησυχία για την αντιισραηλινή ρητορική της Άγκυρας και τη συνολική στρατηγική της συμπεριφορά.

Η στάση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα όταν συμπίπτει με τις έντονες επιφυλάξεις σημαντικού τμήματος του φιλοϊσραηλινού λόμπι, αλλά και των ελληνικών και αρμενικών οργανώσεων στις ΗΠΑ, οι οποίες αντιμετωπίζουν πλέον την Τουρκία όχι απλώς ως έναν δύσκολο σύμμαχο, αλλά ως έναν παράγοντα που μπορεί να διαταράξει τη στρατηγική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή.

Το βαθύτερο ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι θα πουλήσουν οι ΗΠΑ στην Τουρκία. Είναι τι είδους Τουρκία επιλέγουν να ενισχύσουν. Μια Τουρκία που εξακολουθεί να διατηρεί τους S-400, αμφισβητεί συστηματικά την Ελλάδα και την Κύπρο, προβάλλει αναθεωρητικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο και επιχειρεί να αναδειχθεί σε ηγεμονική δύναμη του μουσουλμανικού κόσμου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένας ακόμη «δύσκολος σύμμαχος».
Όπως επισημαίνει το Brookings, η αντιπαλότητα Τουρκίας-Ισραήλ αποτελεί πλέον έναν δομικό περιορισμό, που επηρεάζει σχεδόν κάθε περιφερειακό φάκελο: από τη Συρία και την Ανατολική Μεσόγειο έως τις ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Πρόκειται για μια αντιπαράθεση που δεν αφορά μόνο τη Γάζα ή τη σκληρή ρητορική του Ερντογάν. Αφορά τη διαμόρφωση της νέας αρχιτεκτονικής ισχύος στη Μέση Ανατολή και το ποιος θα διαδραματίσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν.

Η Τουρκία και το Ισραήλ δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο για επιμέρους γεωπολιτικά ζητήματα. Ανταγωνίζονται για την επιρροή στη μεταπολεμική Συρία, τον έλεγχο των νέων περιφερειακών ισορροπιών, τη σχέση τους με την Ουάσιγκτον και, τελικά, για το ποιος θα αποτελέσει τον βασικό πυλώνα της νέας τάξης πραγμάτων στη Μέση Ανατολή.

Οι μεγάλες συγκρούσεις σπάνια ξεκινούν επειδή κάποιος αποφασίζει συνειδητά να τις προκαλέσει... Συνήθως γεννιούνται όταν πολλές μικρότερες κρίσεις αρχίζουν να αλληλοτροφοδοτούνται, μέχρι που μια σπίθα αρκεί για να ανατρέψει ολόκληρη την περιφερειακή ισορροπία.
Η σύγκρουση Τουρκίας-Ισραήλ δεν είναι ακόμη πόλεμος. Είναι όμως ήδη μια στρατηγική αντιπαράθεση. Και όταν μια τέτοια αντιπαράθεση αποκτά γεωγραφικό πεδίο, στρατιωτική παρουσία, ιδεολογική φόρτιση και εξοπλιστικό πολλαπλασιαστή, παύει να αποτελεί θεωρητική άσκηση.

Το πραγματικά επικίνδυνο δεν είναι όταν δύο χώρες δηλώνουν ότι θέλουν πόλεμο. Είναι όταν όλες οι προϋποθέσεις αρχίζουν να τον καθιστούν πιθανό, ενώ η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να συμπεριφέρεται σαν να παραμένει αδιανόητος.