Υπάρχουν παραστάσεις που δεν τις παρακολουθείς απλώς. Τις περπατάς, τις ανασαίνεις, σχεδόν τις ζεις από μέσα. Στο Θέατρο «Σημείο» παρουσιάζεται φέτος μια από αυτές: η δραματοποιημένη εκδοχή του πιο αυτοβιογραφικού διηγήματος του Στρατή Μυριβήλη, «…για τη Ρούσα», σε θεατρική διασκευή και σκηνοθεσία της Μαργαρίτας Αμαραντίδη. Μια παράσταση που, ενώ απευθύνεται σε παιδιά και νέους, μιλά με τρόπο συγκλονιστικά άμεσο σε κάθε ηλικία που δεν έχει πάψει να είναι ανήσυχη, φιλοπερίεργη και βαθιά ανθρώπινη.

Στον πυρήνα της ιστορίας βρίσκεται ο μικρός ήρωας που παλεύει να χωρέσει έναν τεράστιο εσωτερικό κόσμο σε μια μικρή νησιωτική κοινωνία. Τα βιβλία γίνονται για εκείνον σωσίβια, συνοδοιπόροι, καταφύγιο, δύναμη· κι έτσι συγκρούεται με την πραγματικότητα όπως μόνο ένα παιδί που ονειρεύεται μεγαλόφωνα μπορεί να το κάνει. Ο Μυριβήλης, με εκείνη τη μαγική αθωότητα που είχε να μετατρέπει το καθημερινό σε μύθο, πλέκει έναν κόσμο από τίγρεις, καράβια, μαχαραγιάδες, πρίγκιπες και σκοτεινές μάχες· ένα γαϊτανάκι φαντασίας που θυμίζει Φιλέα Φογκ, Δον Κιχώτη, Ροβινσώνα Κρούσο και όλα εκείνα τα σύμπαντα που κάποτε μας έπεισαν ότι μπορούσαμε να πετάξουμε.

16051.jpg

Όμως, όπως συμβαίνει πάντα στους καλούς μύθους, η καρδιά της ιστορίας δεν βρίσκεται στην περιπέτεια. Βρίσκεται στη Ρούσα, στην πρώτη αγάπη του ήρωα, στο κορίτσι που γίνεται σύμβολο των αφανών ηρώων της ζωής. «Ο αρχικός τίτλος του έργου ήταν “Μαχαιριά”», εξηγεί η Μαργαρίτα Αμαραντίδη. «Μιλά για τον πόνο που χρειάζεται για να αποφασίσεις ότι θα ζήσεις για αυτά που αγαπάς. Είναι το τίμημα που όλοι πληρώνουμε, αλλά και το ερώτημα: ποιο τίμημα αξίζει να πληρωθεί πραγματικά;».

Η σκηνοθέτιδα δεν ωραιοποιεί τίποτα. Αντιθέτως, φωτίζει με ευαισθησία τον διχασμό ανάμεσα στις επιλογές του συγγραφέα, που ακολούθησε τα όνειρά του με κόστος, και της Ρούσας, που πλήρωσε ένα διαφορετικό τίμημα, εκείνο της υποταγής στις κοινωνικές προσδοκίες της εποχής. «Η Ρούσα έκανε τις επιλογές που της επέβαλλε η κοινωνία. Πόνεσε γι’ αυτό. Κι όμως, κανείς δεν θα της πει μπράβο. Είναι ένας αφανής ήρωας, κι αυτούς θέλει ο Μυριβήλης να φέρει στο φως», σημειώνει.

Και πράγματι, η παράσταση δεν υψώνει πανό. Δεν διδάσκει, δεν κουνάει το δάχτυλο. Με χιούμορ, αυτοσαρκασμό και απλότητα, αποτίνει φόρο τιμής στη μεγάλη σιωπηλή κατηγορία ανθρώπων που σήκωσαν σταυρούς χωρίς να διεκδικήσουν την παραμικρή αναγνώριση. Εκείνους που η εποχή τους έμαθε να θεωρούν φυσιολογική την ανισότητα, την πατριαρχία, τον εκφοβισμό. «Ο Μυριβήλης τα έγραψε το ’35 όλα αυτά», τονίζει η σκηνοθέτιδα. «Το bullying —που στα ελληνικά υπάρχει η λέξη ονειδίζω— και η θέση της γυναίκας, υπήρχαν τότε σε υπερμεγέθη βαθμό. Η κοινωνία δεν τα αναγνώριζε καν ως πρόβλημα».

Κι ενώ το θέμα μοιάζει σημερινό, η παράσταση το προσεγγίζει όχι ως επιτηδευμένη επικαιρότητα, αλλά ως διαχρονική ανθρώπινη πληγή. Γι’ αυτό και η εμπειρία της δεν είναι απλώς θεατρική αλλά υπαρξιακή. Η δράση ντύνεται με μουσικές από τον Καμίλ Σεν Σανς, τον Στράους, τον Μπραμς, τον Γκρηγκ, εικόνες φωτός και σκιάς, κινήσεις που θυμίζουν παραμύθι και εξομολόγηση μαζί. Και στο τέλος, μένει αυτή η γλυκόπικρη αίσθηση πως όλοι κάποτε υπήρξαμε ο μικρός ήρωας που κυνηγάει τη φαντασία του ή η Ρούσα που πληρώνει το τίμημα της σιωπής.

Με τη ζωντάνια των ηθοποιών Δημήτρη Κακαρόντζα, Μαρίνας Σαμάρκου, Σάββα Κοβλακά, Κώστα Κουτρούλη, Ευγενίας Μωράκη, Μαρίας Καραλή και Αντώνη Φλώρου, η ιστορία του Μυριβήλη παίρνει σάρκα και οστά σε μια παράσταση γεμάτη παιχνίδι, τρυφερότητα και φαντασία. Μια εμπειρία που απευθύνεται σε παιδιά, αλλά δεν χαρίζεται σε κανέναν ενήλικα. Γιατί όπως και ο συγγραφέας, έτσι κι εμείς καλούμαστε να κοιτάξουμε πίσω, να θυμηθούμε τι ονειρευτήκαμε και ποιο τίμημα πληρώσαμε για να τολμήσουμε να ζήσουμε.

Και τελικά, αυτή είναι η κρυφή μαχαιριά της παράστασης: δεν πονάει για να μας φοβίσει, πονάει για να μας ξυπνήσει. Να μας θυμίσει πως αξίζει να πολεμάμε για ό,τι αγαπάμε. Όχι χωρίς κόστος, αλλά με πλήρη συνείδηση ότι ο δρόμος της ελευθερίας, της δημιουργίας και της ανθρωπιάς περνά πάντα μέσα από αυτό που ο καθένας είναι διατεθειμένος να πληρώσει.