Η κρίση του κεντροδεξιού και κεντρώου χώρου στη Γερμανία επηρεάζει ολόκληρη την Ευρώπη, που απειλείται από τις αυξανόμενες εσωτερικές διαιρέσεις και την επιθετικότητα του Βλαντιμίρ Πούτιν -το κόμμα του οποίου αναδείχθηκε ενισχυμένο μετά τις ρωσικές βουλευτικές εκλογές που στερούνταν δημοκρατικών εγγυήσεων και διεξήχθησαν συγχρόνως.
Τα αποτελέσματα χρησιμεύουν ως προειδοποίηση, ως υπενθύμιση ότι τα κόμματα που ηγούνται του ευρωπαϊκού εγχειρήματος πρέπει να επιβεβαιώσουν τη δέσμευσή τους σε ένα ισχυρό και μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα που θα επικεντρώνεται στις ανεκπλήρωτες ανάγκες πολλών πολιτών. Το πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας, που επί δεκαετίες αποτελούσε τον φάρο της σταθερότητας και του συναινετικού Κέντρου στην Ευρώπη, βιώνει μια βαθιά, δομική κρίση.
Οι πρόσφατες εκλογικές αναμετρήσεις στα ανατολικά κρατίδια επιβεβαιώνουν μια τάση που αναδιαμορφώνει βίαια τον πολιτικό χάρτη: τη «λεηλασία» των παραδοσιακών κομμάτων της μετριοπάθειας και τη ραγδαία άνοδο δυνάμεων που τοποθετούνται στα άκρα. Το ανησυχητικό στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι απλώς η εκλογική τους ενίσχυση, αλλά η εμφανής γεωπολιτική τους σύγκλιση, ιδιαίτερα όσον αφορά τη στάση τους απέναντι στη Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Το φαινόμενο αυτό αποτελεί την τέλεια μελέτη περίπτωσης για τη Θεωρία του Πέταλου (Horseshoe Theory) στην πράξη, όπου η Ακρα Δεξιά και η Ακρα Αριστερά κάμπτονται και συναντώνται στον κοινό παρονομαστή του αντισυστημισμού, του λαϊκισμού και του αυταρχισμού.
Η κατάρρευση του Κέντρου
Για γενιές, η γερμανική πολιτική κυριαρχούνταν από τον «μεγάλο συνασπισμό» της Κεντροδεξιάς (CDU) και της Κεντροαριστεράς (SPD). Σήμερα, η παραδοσιακή αυτή αρχιτεκτονική καταρρέει κάτω από το βάρος της οικονομικής στασιμότητας, της ενεργειακής κρίσης και των έντονων ανησυχιών για το Μεταναστευτικό.
Το Κέντρο εμφανίζεται ιδεολογικά απονευρωμένο, επιτρέποντας στα ριζοσπαστικά κόμματα να καρπωθούν τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η πτώση των ποσοστών των παραδοσιακών κομμάτων σε τοπικό επίπεδο οδήγησε την ηγεσία των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) να χαρακτηρίσει τα αποτελέσματα ως μια απόλυτη «καταστροφή» για τις μετριοπαθείς δυνάμεις.
Η άνοδος των άκρων
Από τη μία πλευρά, η εθνολαϊκιστική Ακρα Δεξιά, εκφραζόμενη από την Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), καταγράφει πρωτοφανή ποσοστά, σπάζοντας το μεταπολεμικό ταμπού αποκλεισμού των εξτρεμιστών από την εξουσία. Από την άλλη, η Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW) συνδυάζει μια ριζοσπαστική αριστερή οικονομική ατζέντα με συντηρητικές κοινωνικές θέσεις και αυστηρή ρητορική κατά της μετανάστευσης.
Παρά τις εκ διαμέτρου αντίθετες αφετηρίες τους, τα δύο αυτά άκρα λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, αντλώντας ψηφοφόρους από την ίδια δεξαμενή οργής.
Η δυναμική αυτή δεν αναπτύσσεται σε κενό αέρος, αλλά βρίσκει γόνιμο έδαφος στα κρατίδια της Ανατολικής Γερμανίας. Δεκαετίες μετά την επανένωση, επιμένει ένα βαθύ αίσθημα πολιτών «δεύτερης κατηγορίας». Σε αυτό το πλαίσιο, η Ostalgie –η εξιδανικευμένη νοσταλγία για τη ζωή στην ανατολική πλευρά του Τείχους– έχει μετατραπεί σε πολιτικό εργαλείο.
Η ιστορική εγγύτητα με τη Μόσχα και η καλλιεργημένη καχυποψία προς τους δυτικούς θεσμούς καθιστούν τους ψηφοφόρους αυτών των περιοχών εξαιρετικά ευάλωτους στα φιλορωσικά αφηγήματα.
Φιλορωσική ατζέντα
Η ιδεολογική συνάντηση της AfD και της BSW γίνεται απόλυτα ορατή στον οικονομικό εθνικισμό. Και οι δύο δυνάμεις απορρίπτουν την παγκοσμιοποίηση, ζητούν προστατευτισμό και αντιτίθενται στην πράσινη μετάβαση, παρουσιάζοντάς την ως ελιτίστικη ατζέντα που καταστρέφει τη γερμανική βιομηχανία.
Αυτός ο οικονομικός απομονωτισμός αποτελεί τη γέφυρα για την κοινή, ευθυγραμμισμένη στάση τους με τις επιδιώξεις του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Πρώτον, απαιτούν τον τερματισμό της βοήθειας στην Ουκρανία. Η ιδρύτρια του BSW, Σάρα Βάγκενκνεχτ, δηλώνει κοφτά: «Ούτε ένα σεντ παραπάνω δεν πρέπει να σταλεί για τη χρηματοδότηση του πολέμου. Απαιτούνται επιτέλους σοβαρές διπλωματικές προσπάθειες». Στο ίδιο μήκος κύματος, η ηγέτιδα της AfD, Αλις Βάιντελ, πιέζει για άμεση διακοπή της γερμανικής βοήθειας ζητώντας «διπλωματικές παραχωρήσεις» προς τη Μόσχα.
Δεύτερον, πιέζουν για την άρση των κυρώσεων και την ενεργειακή εξάρτηση. Και τα δύο κόμματα απαιτούν την επιστροφή στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο. Η Βάγκενκνεχτ κατηγορεί ανοιχτά το Βερολίνο ότι «υποστηρίζει επιθέσεις κατά της Ρωσίας με γερμανικά χρήματα και όπλα», αφήνοντας μάλιστα αιχμές ότι η ίδια η Ουκρανία κρύβεται πίσω από την ανατίναξη των αγωγών Nord Stream.
Τέλος, η ρητορική τους διαποτίζεται από έντονο αντιαμερικανισμό. Η Ρωσία δεν παρουσιάζεται ως επιτιθέμενος, αλλά ως μια δύναμη που εξαναγκάστηκε σε άμυνα απέναντι στην επέκταση της Δύσης και του ΝΑΤΟ.
Σε κάθε περίπτωση η σύγκλιση της Ακρας Δεξιάς και της Ακρας Αριστεράς στη Γερμανία γύρω από τη φιλορωσική ατζέντα δεν είναι συμπτωματική. Αποτελεί μια συντονισμένη επίθεση στις θεμελιώδεις αξίες της φιλελεύθερης δημοκρατίας και του δυτικού προσανατολισμού της χώρας.
Για το Κρεμλίνο, η Γερμανία αποτελεί τον κρίσιμο κρίκο της ευρωπαϊκής συνοχής και η αποσταθεροποίησή της μέσω των άκρων αποτελεί πρωταρχικό στρατηγικό στόχο. Αν το γερμανικό πολιτικό κέντρο δεν καταφέρει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, να προσφέρει ουσιαστικές λύσεις στην οικονομία και να απαντήσει στις πραγματικές ανησυχιές της κοινωνίας, η Γερμανία κινδυνεύει να διολισθήσει στο χάος, με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη την ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική.