Είκοσι τρεις οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η Γαλλία κινδυνεύει με ανεξέλεγκτη αύξηση του χρέους και ζητούν δραστική δημοσιονομική προσαρμογή έως το 2032.
Τα μέλη του Συμβουλίου Οικονομικής Ανάλυσης της Γαλλίας (CAE), το οποίο συμβουλεύει τον πρωθυπουργό σε οικονομικά ζητήματα, συνυπογράφουν έκθεση με κεντρικό συμπέρασμα ότι οι πολιτικές που εφαρμόστηκαν στη χώρα τα τελευταία 30 χρόνια «δεν είναι πλέον βιώσιμες».
Κίνδυνος μη διαχειρίσιμης αύξησης του χρέους
Οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η συνεχής άνοδος των επιτοκίων εκθέτει τη Γαλλία στον κίνδυνο μιας μη διαχειρίσιμης αύξησης του δημόσιου χρέους.
Εάν η σημερινή πορεία συνεχιστεί, εκτιμούν ότι η χώρα ενδέχεται να αναγκαστεί να «βελτιώσει τα οικονομικά της επειγόντως, με ρυθμό και με τρόπους που δεν θα ελέγχει πλέον».
Η έκθεση περιγράφει μια γαλλική οικονομία της οποίας οι αδυναμίες επιδεινώνονται από τη γήρανση του πληθυσμού, που αυξάνει τις δαπάνες για συντάξεις και υγειονομική περίθαλψη, τη διαρκή επιβάρυνση των δημόσιων οικονομικών και την υποχώρηση της παραγωγικότητας.
Η δημοσιονομική κατάσταση, σύμφωνα με το CAE, περιορίζει παράλληλα τα περιθώρια εφαρμογής πολιτικών για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας.
Ψηφιακό χάσμα, εκπαίδευση και παραγωγικότητα
Οι 23 οικονομολόγοι θεωρούν ότι «η δυσκολία στην ταχεία και αποτελεσματική διάδοση των ψηφιακών τεχνολογιών σε όλη την οικονομία» αποτελεί την κύρια αιτία της οικονομικής παρακμής της Γαλλίας.
Στις αδυναμίες προσθέτουν την υποχώρηση των επιδόσεων στην εκπαίδευση, ιδιαίτερα στα μαθηματικά, καθώς και την επιδείνωση των οικονομικών ανισοτήτων.
Κατά την έκθεση, τα προβλήματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με διαδοχικές προκλήσεις, από την κλιματική αλλαγή και την εμπορική πίεση της Κίνας έως τους πολέμους κοντά στα ευρωπαϊκά σύνορα και την επανάσταση της τεχνητής νοημοσύνης.
Για τον λόγο αυτό, τα μέλη του Συμβουλίου θεωρούν απαραίτητες ουσιαστικές «ρήξεις με το παρελθόν» στην οικονομική πολιτική.
Στόχος μείωσης του ελλείμματος κατά 125 δισ. ευρώ
Για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, το CAE εισηγείται μείωση του ελλείμματος κατά 125 δισ. ευρώ έως το 2032, με περίπου το ήμισυ της προσαρμογής να πραγματοποιείται μέσα στα πρώτα δύο χρόνια.
Η έκθεση περιλαμβάνει περίπου 150 πιθανά μέτρα, μεταξύ των οποίων τριετές πάγωμα του κρατικού προϋπολογισμού, με εξαίρεση την εξυπηρέτηση του χρέους, και πενταετές πάγωμα των δαπανών της τοπικής αυτοδιοίκησης.
Προτείνονται ακόμη η κατάργηση της αυτόματης αναπροσαρμογής των συντάξεων, η επαναφορά του φόρου κατοικίας ή του φόρου περιουσίας, αυξήσεις στον ΦΠΑ και στον φόρο επιχειρήσεων, περιορισμός των επιδοτήσεων προς τις επιχειρήσεις και μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.
Επενδύσεις σε εκπαίδευση, AI και καινοτομία
Παρά τη δημοσιονομική προσαρμογή, οι οικονομολόγοι ζητούν παράλληλα πρόσθετες επενδύσεις 4 δισ. ευρώ ετησίως στην εκπαίδευση, προκειμένου να καλυφθούν οι απώλειες των προηγούμενων ετών.
Εισηγούνται επίσης ολοκληρωμένη πολιτική για τη διάδοση της ψηφιακής τεχνολογίας και της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και την έναρξη προγράμματος «Γαλλία 2040» με στόχο την ενίσχυση της καινοτομίας.
Στις προτάσεις περιλαμβάνεται ακόμη η ενίσχυση των δράσεων προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και η αύξηση της φορολογίας στις μεγάλες κληρονομιές, μέτρο που, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση της φτώχειας και των οικονομικών ανισοτήτων.