Σύμφωνα με τον Οίκο Fitch, η Ελλάδα μείωσε το δημόσιο χρέος από το 209% στο 146% του ΑΕΠ, ενώ η οικονομία αναπτύχθηκε κατά 22% την περίοδο 2021-2025.

Η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους αποτέλεσε τον βασικό καταλύτη για τις τρεις αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από το 2022, σύμφωνα με νέα έκθεση του οίκου πιστοληπτικής αξιολόγησης Fitch.

Ο οίκος εξετάζει την πορεία της Ελλάδας μαζί με εκείνες της Κύπρου και της Πορτογαλίας, επισημαίνοντας ότι και οι τρεις χώρες πέτυχαν σημαντική μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μετά τα υψηλά επίπεδα του 2020.

Η εξέλιξη αυτή διαφοροποιείται αισθητά από την εικόνα στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, όπου η αποκλιμάκωση του χρέους υπήρξε πολύ πιο περιορισμένη.

Από το 209% στο 146% του ΑΕΠ

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η μεταβολή είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Το δημόσιο χρέος υποχώρησε από περίπου 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146% το 2025, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη απόλυτη μείωση μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Πορτογαλίας.

Η Fitch προβλέπει ότι η αποκλιμάκωση θα συνεχιστεί τα επόμενα χρόνια, με το ελληνικό δημόσιο χρέος να υποχωρεί περαιτέρω, στο 125% του ΑΕΠ έως το 2029.

Σε σύγκριση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία, το ελληνικό χρέος βρίσκεται πλέον περίπου 37 ποσοστιαίες μονάδες χαμηλότερα. Την ίδια περίοδο, στο σύνολο της Ευρωζώνης παραμένει περίπου τέσσερις ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα.

Η απομόχλευση βελτίωσε τα αποτελέσματα της Ελλάδας στο μοντέλο αξιολόγησης κρατικού αξιόχρεου της Fitch, ενώ σημαντική ήταν και η βελτίωση της κατάστασης του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, εξέλιξη που συνέβαλε στην άρση περιορισμών στην πιστοληπτική αξιολόγηση.

Ανάπτυξη 22% μέσα σε τέσσερα χρόνια

Καθοριστική για τη μείωση του χρέους υπήρξε η ισχυρή οικονομική ανάπτυξη. Σύμφωνα με τη Fitch, η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 22% την περίοδο 2021-2025, όταν η αντίστοιχη αύξηση στην Ευρωπαϊκή Ένωση διαμορφώθηκε περίπου στο 13,5%.

Με βάση τους υπολογισμούς του οίκου, η ισχυρή ανάπτυξη συνέβαλε από μόνη της στη μείωση του ελληνικού χρέους κατά 36 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Η Fitch υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι το στοιχείο που διαφοροποίησε την Ελλάδα, την Κύπρο και την Πορτογαλία από άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες ήταν η δημοσιονομική πολιτική και η επίτευξη βιώσιμων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με την Ιταλία και την Ισπανία. Παρότι και οι δύο χώρες επωφελήθηκαν από ευνοϊκές συνθήκες ανάπτυξης, αναβαθμίστηκαν μόνο κατά μία βαθμίδα. Η Ιταλία καταγράφει μικρά πρωτογενή πλεονάσματα από το 2024, ενώ η Ισπανία δεν εμφανίζει πρωτογενές πλεόνασμα.

Το επόμενο στοίχημα για την ελληνική οικονομία

Η Fitch επισημαίνει ότι ορισμένοι από τους παράγοντες που ενίσχυσαν την ελληνική ανάκαμψη τα προηγούμενα χρόνια αρχίζουν σταδιακά να εξασθενούν.

Η ανάκαμψη του τουρισμού μετά την πανδημία έχει πλέον ολοκληρώσει τον κύκλο της, η χρηματοδότηση μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας κορυφώνεται το 2026, ενώ σταδιακά εξαλείφεται και το πλεονέκτημα του αρνητικού πραγματικού κόστους χρηματοδότησης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, μεγαλύτερο μέρος του βάρους για την περαιτέρω αποκλιμάκωση του χρέους θα περάσει στα πρωτογενή πλεονάσματα.

Η διατήρησή τους σε βάθος χρόνου γίνεται περισσότερο απαιτητική, καθώς οι ευρωπαϊκές οικονομίες αντιμετωπίζουν πιέσεις που συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού, τις αυξανόμενες αμυντικές δαπάνες και τις πολιτικές δυσκολίες που συνοδεύουν τη μακροχρόνια δημοσιονομική πειθαρχία.

Το μήνυμα της Fitch προς την Ευρώπη

Η ελληνική περίπτωση αποκτά, σύμφωνα με τον οίκο, ευρύτερη σημασία για τις ευρωπαϊκές χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος.

Η Fitch αναφέρει ως χαρακτηριστικά παραδείγματα την Αυστρία, το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Φινλανδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, υπογραμμίζοντας ότι οι διαρκείς αναβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας προϋποθέτουν πρωτογενή πλεονάσματα που διατηρούνται επί σειρά ετών και από διαδοχικές κυβερνήσεις.

Το συμπέρασμα της έκθεσης είναι ότι οι ευνοϊκές μακροοικονομικές συνθήκες μπορούν να επιταχύνουν τη μείωση του χρέους, ενώ η διάρκεια αυτής της πορείας εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από τη συνέπεια της δημοσιονομικής πολιτικής.

Για την Ελλάδα, η Fitch συνδέει έτσι τις τρεις αναβαθμίσεις από το 2022 με έναν συνδυασμό ισχυρής ανάπτυξης, μεγάλης αποκλιμάκωσης του χρέους, εξυγίανσης του τραπεζικού συστήματος και διατήρησης πρωτογενών πλεονασμάτων, με το επόμενο κρίσιμο τεστ να αφορά τη συνέχιση αυτής της πορείας καθώς η ώθηση από τους έκτακτους μεταπανδημικούς παράγοντες περιορίζεται.