Υπάρχει μια παλιά, δοκιμασμένη συνταγή στην προπαγάνδα. Παίρνεις μια πραγματική δήλωση, τη βγάζεις από το συμφραζόμενά της, της αλλάζεις χρόνο, της αλλάζεις υποκείμενο και στο τέλος την παρουσιάζεις ως «είδηση».

Αν βρεις και πρόθυμους διακινητές, ακόμη καλύτερα. Η πρόσφατη ιστορία με τη δήθεν δήλωση του Κυριάκου Μητσοτάκη ότι «η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία» είναι κλασικό παράδειγμα. Όχι απλώς κακής δημοσιογραφίας, αλλά συνειδητής μπαγαποντιάς στην υπηρεσία μιας συγκεκριμένης ατζέντας.

Στη Μόσχα, σε συνέντευξη Τύπου του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών, Σεργκέι Λαβρόφ, πέφτει η «βόμβα». Κάποιος δημοσιογράφος ρωτά αν ισχύει ότι ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία. Το ερώτημα είναι διατυπωμένο έτσι ώστε να μην αναζητά απάντηση, αλλά να νομιμοποιεί επίθεση. Δεν είναι απορία, είναι πάσα. Και μάλιστα καλοζυγισμένη.

Διότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν έκανε ποτέ τέτοια δήλωση με την έννοια που επιχειρείται να δοθεί. Ούτε πρόσφατα ούτε παλιότερα. Το να εμφανίζεται λοιπόν κάτι ανύπαρκτο ως δεδομένο, μόνο αφέλεια δεν είναι. Είναι επιλογή.

Κερασάκι στην τούρτα; Ο δημοσιογράφος που έκανε την… αυθόρμητη ερώτηση στον Λαβρόφ εργάζεται στο κρατικό κανάλι Rossiya-1 παρουσιάζοντας την εκπομπή «Μόσχα-Κρεμλίνο-Πούτιν»! Καταλάβατε…

Τι είπε πραγματικά

Η πραγματικότητα είναι πεισματάρα. Τον Σεπτέμβριο του 2022, στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, ο Έλληνας πρωθυπουργός μίλησε για τη σύγκρουση της Δύσης με τη Ρωσία. Μίλησε για έναν πόλεμο πολυεπίπεδο – πολιτικό, οικονομικό, διπλωματικό και πληροφοριακό. Όχι για στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας, ούτε για διμερή πόλεμο.

Από τότε, η συγκεκριμένη διατύπωση δεν επαναλήφθηκε ποτέ. Δεν έγινε γραμμή, δεν έγινε σύνθημα, δεν έγινε πολιτική. Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν τρία χρόνια μετά, ανασύρεται, διαστρεβλώνεται και παρουσιάζεται ως σημερινή δήλωση. Αν αυτό δεν λέγεται προπαγάνδα, τότε πώς λέγεται;

Τον Σεπτέμβριο του 2022, λοιπόν, ο Κ. Μητσοτάκης βρέθηκε στη Νέα Υόρκη, προκειμένου να μετέχει στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ και παραχώρησε συνέντευξη στο Bloomberg, όπου ρωτήθηκε για τον πόλεμο στην Ουκρανία, που μετρούσε τότε ήδη οκτώ μήνες και ήταν διαρκώς στην επικαιρότητα. Ο Έλληνας πρωθυπουργός απάντησε επί λέξει: «Βρισκόμαστε σε πόλεμο με τη Ρωσία», εννοώντας ότι η Δύση βρίσκεται σε πόλεμο με τη Ρωσία. Όχι η Ελλάδα. Όλοι μαζί. Μάλιστα, όπως εξηγεί στη συνέχεια, πρόκειται για πόλεμο σε διάφορα επίπεδα. Πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό, πληροφοριακό. Απολύτως κατανοητό.

Το ερώτημα δεν είναι αν έγινε λάθος. Το ερώτημα είναι γιατί έγινε τώρα. Γιατί ξαφνικά η Μόσχα θυμήθηκε μια παλιά φράση, την έντυσε αλλιώς και την έφερε στο προσκήνιο. Η απάντηση δεν είναι μονοδιάστατη.

Αφενός, η Ελλάδα έχει επιλέξει ξεκάθαρα στρατόπεδο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία. Δεν κρύφτηκε πίσω από δήθεν ίσες αποστάσεις, δεν φόρεσε τον μανδύα της ουδετερότητας. Αυτό ενοχλεί. Αφετέρου, η αναπαραγωγή μιας τέτοιας «είδησης» στοχεύει στο εσωτερικό ακροατήριο. Όχι μόνο το ρωσικό, αλλά και το ελληνικό.

Και εδώ μπαίνει το δεύτερο σκέλος της ιστορίας. Τα φιλορωσικά, χυδαία και ακροδεξιά εν Ελλάδι έντυπα και φυλλάδες που ξεσαλώνουν και οι γνωστές φωνές που κάθε φορά βρίσκουν αφορμή να… ξεσπαθώσουν ποντάροντας στη διαστρέβλωση και στην προπαγάνδα. Μια με τα Τέμπη, μια με το «ξανθό γένος», μια με κάθε νέο ή υπό δημιουργία πολιτικό μόρφωμα που υπόσχεται εύκολες λύσεις και καθαρά χέρια. Οι ίδιοι κύκλοι, τα ίδια αφηγήματα, τα ίδια αντανακλαστικά.

Στα, δε, social media τα γνωστά πουτινάκια της πιάτσας έσπευσαν να παρουσιάσουν την προβοκάτσια ως απόδειξη ότι «μας μπλέκουν σε πολέμους», ότι «η κυβέρνηση παίζει επικίνδυνα παιχνίδια», ότι «ο λαός δεν ρωτήθηκε». Ουδεμία έκπληξη! Το έργο το έχουμε ξαναδεί.

Σήμερα, με διαφορετικό περιτύλιγμα αλλά με ίδια λογική, επιχειρείται ξανά η αποσταθεροποίηση μέσω παραπληροφόρησης. Όχι με τανκς, αλλά με λέξεις. Όχι με τελεσίγραφα, αλλά με στημένες ερωτήσεις.

Ο σκουπιδοτενεκές του Τσίπρα

Όποιος θυμάται την περίοδο των μνημονίων, ιδίως το 2015, αναγνωρίζει το μοτίβο. Τότε που καλλιεργήθηκε συστηματικά η ιδέα ότι υπάρχει εύκολη εναλλακτική, ότι κάποιοι ισχυροί φίλοι περιμένουν στη γωνία να μας σώσουν, ότι η σύγκρουση με τη Δύση είναι όχι μόνο ανώδυνη αλλά και λυτρωτική. Ότι ο σύγχρονος τσάρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, θα σώσει ξανά την ορθόδοξη Ελλάδα – εν τω μεταξύ, δεν έδωσε ούτε ρούβλι.

Όπως παραδέχθηκε εντέλει ο τότε πρωθυπουργός, Αλέξης Τσίπρας, στο βιβλίο του «Ιθάκη», όταν έθεσε στον Πούτιν το ερώτημα για μια συμβολική επένδυση 200-300 εκατ. σε έντοκα γραμμάτια του Ελληνικού Δημοσίου, η απάντηση ήταν ωμή: «Θα προτιμούσε, μου είπε, εκείνα τα χρήματα που ζητήσαμε να τα έδινε σε ένα ορφανοτροφείο, διότι, αν τα έδινε στην Ελλάδα, θα ήταν σαν να τα πετούσε σε έναν σκουπιδοτενεκέ».

Η ελληνική κυβέρνηση έκανε το αυτονόητο. Δεν πάτησε τη νάρκη. Δεν απάντησε με κραυγές, δεν ανέβασε τους τόνους. Κράτησε χαμηλό προφίλ, γνωρίζοντας ότι κάθε υπερβολή θα έπαιζε το παιχνίδι που κάποιοι θέλουν να στηθεί.

Το διακύβευμα δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι βαθιά πολιτικό. Η Ελλάδα είναι μια δυτική, ευρωπαϊκή χώρα, με συμμαχίες και επιλογές. Αυτές δεν αλλάζουν επειδή κάποιος στη Μόσχα αποφάσισε να ξαναγράψει μια δήλωση του 2022. Ούτε επειδή κάποιοι εντός των τειχών βρήκαν ακόμη μια ευκαιρία να κάνουν φασαρία.

Η προπαγάνδα ζει από τη σύγχυση. Η σοβαρότητα από τη μνήμη. Και η μνήμη, ευτυχώς, είναι ακόμα ζωντανή.