Η σαρωτική νίκη του ακροδεξιού κόμματος AfD στη Σαξονία προκαλεί ισχυρούς τριγμούς στο ευρωπαϊκό οικοδόμημα, στρέφοντας πλέον όλα τα βλέμματα στη Γαλλία.

Η χώρα βρίσκεται σε μια παρατεταμένη περίοδο έντονης πολιτικής πόλωσης και προετοιμάζεται για τις επόμενες μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις, με το πολιτικό σκηνικό να θυμίζει πυριτιδαποθήκη έτοιμη να εκραγεί.

Το εκλογικό σώμα και η συμμετοχή

Στους εκλογικούς καταλόγους της Γαλλίας είναι εγγεγραμμένοι περίπου 49 εκατομμύρια ψηφοφόροι. Το μεγάλο ερώτημα παραμένει το ποσοστό της αποχής, το οποίο παραδοσιακά κινείται σε υψηλά επίπεδα.

Ωστόσο, η διαφαινόμενη ακραία πόλωση και το «σήμα κινδύνου» από τη Γερμανία αναμένεται να κινητοποιήσουν μαζικά τα αντανακλαστικά των Γάλλων πολιτών, ανεβάζοντας κατακόρυφα τη συμμετοχή στις κάλπες.

Η περιφέρεια-κλειδί του αποτελέσματος

Η περιοχή που παραδοσιακά θεωρείται ο απόλυτος πολιτικός καθρέφτης που κρίνει το τελικό αποτέλεσμα είναι η Ιλ ντε Φρανς, η ευρύτερη περιφέρεια του Παρισιού. Λόγω της τεράστιας πληθυσμιακής και κοινωνικοοικονομικής ποικιλομορφίας της —συνδυάζοντας εύπορα αστικά κέντρα, λαϊκά προάστια και αγροτικές κοινότητες— αποτυπώνει με ακρίβεια τις εθνικές τάσεις.

Οποιο στρατόπεδο καταφέρει να επικρατήσει ή να ισορροπήσει τις απώλειές του εκεί, αποκτά σαφές προβάδισμα για την εξουσία.

Τα «κάστρα» των μονομάχων

Η δύναμη της Μαρίν Λεπέν, της Εθνικής Συσπείρωσης, συγκεντρώνεται κυρίως στον γαλλικό Βορρά —παλιές βιομηχανικές ζώνες που επλήγησαν από την αποβιομηχάνιση, όπως το Καλαί και η Λιλ— και στον Νότο, σε περιοχές όπως η Μασσαλία, η Νίκαια και το Περπινιάν. Εκεί η αντιμετώπιση του Μεταναστευτικού και τα ζητήματα ασφάλειας κυριαρχούν στην ατζέντα.

Για την Ανυπότακτη Γαλλία του Ζαν-Λικ Μελανσόν, το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών της βρίσκεται στα μεγάλα αστικά κέντρα —Παρίσι, Λυών, Τουλούζη και Μονπελιέ—, στις πανεπιστημιουπόλεις, καθώς και στα εργατικά προάστια των μητροπόλεων, όπως το Σεν Ντενί, όπου καταγράφει πολύ υψηλά ποσοστά ανάμεσα στη νεολαία.

Στις ίδιες περιοχές δίνουν μάχη επιβίωσης οι Σοσιαλιστές, προκειμένου να ανακόψουν τη διαρροή ψηφοφόρων προς τον Μελανσόν. Σε ό,τι αφορά την Κεντροδεξιά, τους Ρεπουμπλικανούς, τα παραδοσιακά της προπύργια εντοπίζονται στις εύπορες αστικές περιοχές, όπως το 16ο Διαμέρισμα του Παρισιού, στη Δυτική Γαλλία —Βρετάνη και Νορμανδία— και σε αγροτικές, κοινωνικά συντηρητικές περιφέρειες της Κεντρικής Γαλλίας.

Τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις

Οι πρόσφατες σφυγμομετρήσεις αποτυπώνουν μια πρωτοφανή δυναμική για την Ακροδεξιά, η οποία δείχνει να παγιώνει το προβάδισμά της, συμπιέζοντας το κυβερνητικό Κέντρο και μετατρέποντας τη μάχη του πρώτου γύρου σε θρίλερ.

Με βάση τις πρόσφατες δημοσκοπήσεις, οι υποψήφιοι συγκεντρώνουν τα εξής ποσοστά:

ΥποψήφιοςΚόμμα - Πολιτικός χώρος Ποσοστό
Μαρίν ΛεπένΕθνική Συσπείρωση34% έως 36%
Εντουάρ ΦιλίπΚεντροδεξιά / πρώην πρωθυπουργός17% έως 18%
Ζαν-Λικ ΜελανσόνΑνυπότακτη Γαλλία17% έως 18%
Γκαμπριέλ ΑτάλΚέντρο / πρώην πρωθυπουργός13,5%
Ραφαέλ ΓκλικσμάνΣοσιαλδημοκρατία11% έως 11,5%

Η Μαρίν Λεπέν καταγράφει ένα εξαιρετικά συμπαγές, ιστορικό υψηλό, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας άνω των 13 ποσοστιαίων μονάδων από οποιονδήποτε άλλον υποψήφιο. Ο Εντουάρ Φιλίπ εμφανίζεται ως ο επικρατέστερος για να περάσει στον δεύτερο γύρο, συσπειρώνοντας τόσο τους ψηφοφόρους του Μακρόν όσο και την παραδοσιακή Δεξιά.

Ο Ζαν-Λικ Μελανσόν βρίσκεται σε πλήρη εκλογική ισοπαλία με τον Φιλίπ, κεφαλαιοποιώντας την έντονη δυσαρέσκεια των αριστερών ψηφοφόρων. Ο Γκαμπριέλ Ατάλ πιέζεται σημαντικά, καθώς το κόμμα του Μακρόν υφίσταται τη φθορά της εξουσίας, ενώ ο Ραφαέλ Γκλικσμάν κρατά δυνάμεις αλλά παραμένει εκτός της ζώνης των φιναλίστ.

Στον κρίσιμο δεύτερο γύρο, οι μετρήσεις δείχνουν για πρώτη φορά ότι η Λεπέν είναι σε θέση να κερδίσει την προεδρία, ανάλογα με τον αντίπαλο. Απέναντι στον Μελανσόν κερδίζει με άνεση, ενώ η μάχη με τον Εντουάρ Φιλίπ κρίνεται εντός των ορίων του στατιστικού λάθους.

Τα κοινωνικοοικονομικά αίτια της πόλωσης

Η δημοσκοπική άνοδος της Λεπέν δεν συμβαίνει στο κενό, αλλά τροφοδοτείται από βαθιά κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα. Η επίμονη ακρίβεια, η άνοδος των τιμών στην ενέργεια και το διογκούμενο δημόσιο χρέος έχουν προκαλέσει έντονο αίσθημα ανασφάλειας στη γαλλική επαρχία και στις εργατικές τάξεις, οι οποίες νιώθουν ξεχασμένες από τις ελίτ του Παρισιού.

Την ίδια στιγμή, το μεταναστευτικό ζήτημα και η συζήτηση γύρω από την εσωτερική ασφάλεια παραμένουν στην κορυφή της ατζέντας, στρέφοντας ένα μεγάλο κομμάτι των συντηρητικών ψηφοφόρων προς την Εθνική Συσπείρωση. Στον αντίποδα, η Αριστερά του Μελανσόν κεφαλαιοποιεί την οργή της νεολαίας και των χαμηλότερων εισοδηματικών στρωμάτων στα αστικά κέντρα για την αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους και τις εργασιακές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησης Μακρόν.

Το μοντέλο εξουσίας της Λεπέν και ο επόμενος πρωθυπουργός

Σε περίπτωση επικράτησης της Μαρίν Λεπέν, η νομή της εξουσίας έχει ήδη προσδιοριστεί με απόλυτη σαφήνεια, καθώς το κόμμα έχει υιοθετήσει ένα μοντέλο «διδύμου» για τη διακυβέρνηση της χώρας.

Ο εκλεκτός για το Ματινιόν, το πρωθυπουργικό μέγαρο, είναι ο δημοφιλής Ζορντάν Μπαρντελά, πρόεδρος της Εθνικής Συσπείρωσης. Η συμφωνία αυτή είναι ρητή: η Λεπέν θα αναλάβει την Προεδρία της Δημοκρατίας, με ευθύνη την εξωτερική πολιτική και την άμυνα, ενώ ο Μπαρντελά θα κληθεί να διοικήσει το κράτος αναλαμβάνοντας την εσωτερική πολιτική ως πρωθυπουργός.

Για να μπορέσει ο Μπαρντελά να κυβερνήσει αποτελεσματικά, η Λεπέν θα προκηρύξει αμέσως βουλευτικές εκλογές, ζητώντας από τον γαλλικό λαό μια «απόλυτη πλειοψηφία» στην Εθνοσυνέλευση.

Εάν το κόμμα της Λεπέν κερδίσει την προεδρία αλλά δεν εξασφαλίσει την πλειοψηφία στο Κοινοβούλιο, η Γαλλία θα εισέλθει σε μια χαοτική περίοδο «συγκατοίκησης». Σε αυτή την περίπτωση, η Λεπέν θα αναγκαστεί να αναζητήσει πρωθυπουργό κοινής αποδοχής, κάτι που θα περιόριζε δραστικά την ικανότητά της να εφαρμόσει το σκληρό δεξιό της πρόγραμμα.

Η επόμενη ημέρα για Μακρόν και Σαρκοζί

Ο Εμανουέλ Μακρόν, οδεύοντας στη δύση της δεύτερης θητείας του και χωρίς δικαίωμα επανεκλογής βάσει του Συντάγματος, επιχειρεί να διασώσει την υστεροφημία του και να εγγυηθεί τη συνέχεια του κεντρώου χώρου. Στοχεύει στη διατήρηση ενός «δημοκρατικού μετώπου» απέναντι στα άκρα, αν και η πολιτική του επιρροή εμφανίζεται σημαντικά αποδυναμωμένη.

Οσον αφορά τη στάση που τηρεί ο Νικολά Σαρκοζί, ο πρώην πρόεδρος συνεχίζει να λειτουργεί ως ο «σκιώδης ρυθμιστής» της Κεντροδεξιάς. Αναμένεται να τηρήσει μια πραγματιστική στάση, αποφεύγοντας τις ακραίες συγκρούσεις και πιέζοντας για μια στρατηγική συμμαχία των Ρεπουμπλικανών με το κυβερνητικό Κέντρο, προκειμένου να αναχαιτιστεί η άνοδος της Λεπέν.