Στην αποκάλυψη ενός εκτεταμένου κυκλώματος διασυνοριακής απάτης ΦΠΑ, με εκτιμώμενη φορολογική ζημία 114 εκατομμυρίων ευρώ, προχώρησαν οι ευρωπαϊκές διωκτικές αρχές, στο πλαίσιο έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO).

Η υπόθεση αφορά οργανωμένο δίκτυο που φέρεται να εκμεταλλευόταν τις εμπορικές συναλλαγές κινητών τηλεφώνων μεταξύ ευρωπαϊκών χωρών, προκειμένου να αποφεύγει την καταβολή φόρων.

Στη διάρκεια συντονισμένης επιχείρησης που πραγματοποιήθηκε αυτή την εβδομάδα, πέντε άτομα συνελήφθησαν σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες, ενώ αστυνομικές έρευνες και κατασχέσεις διενεργήθηκαν και στην Ελλάδα.

Συγκεκριμένα, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, πραγματοποιήθηκαν τρεις συλλήψεις στην Κύπρο, μία στη Γερμανία και μία στην Ιταλία. Η έρευνα εντάσσεται στην ευρύτερη επιχείρηση «Μίδας» (Midas), η οποία επικεντρώνεται στην αντιμετώπιση μεγάλης κλίμακας απάτης ΦΠΑ με διεθνή χαρακτηριστικά.

Πώς λειτουργούσε το κύκλωμα με τα κινητά τηλέφωνα

Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνητών, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να είχαν δημιουργήσει ένα πολύπλοκο δίκτυο εταιρειών, μέσω του οποίου πραγματοποιούσαν εικονικές ή καταχρηστικές διασυνοριακές συναλλαγές, αξιοποιώντας τη μέθοδο που είναι γνωστή ως «απάτη καρουζέλ» (VAT carousel fraud).

Η συγκεκριμένη πρακτική βασίζεται στην εκμετάλλευση του καθεστώτος ΦΠΑ που εφαρμόζεται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, καθώς οι συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων διαφορετικών κρατών-μελών μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να πραγματοποιούνται χωρίς την άμεση επιβολή του φόρου.

Στην υπό διερεύνηση υπόθεση, το κύκλωμα φέρεται να χρησιμοποιούσε εμπορικές εταιρείες και επιχειρήσεις-«φαντάσματα», γνωστές ως «εξαφανισμένοι έμποροι» (missing traders), οι οποίες είχαν παρουσία στη Γερμανία, την Αλβανία και τη Σουηδία.

Ο μηχανισμός λειτουργούσε μέσω διαδοχικών αγοραπωλησιών smartphones. Ορισμένες από τις εμπλεκόμενες επιχειρήσεις εισέπρατταν κανονικά τον ΦΠΑ από τους πελάτες τους, αλλά στη συνέχεια δεν απέδιδαν τα αντίστοιχα ποσά στις αρμόδιες φορολογικές υπηρεσίες, διακόπτοντας τη λειτουργία τους ή εξαφανιζόμενες από την αγορά.

Με τον τρόπο αυτό, οι εμπλεκόμενοι φέρονται να αποκόμιζαν παράνομα οικονομικά οφέλη, προκαλώντας σημαντικές απώλειες στα δημόσια έσοδα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έρευνας, η ζημία για το σουηδικό Δημόσιο ανέρχεται σε 80 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι αντίστοιχες απώλειες για τη Γερμανία υπολογίζονται σε 34 εκατομμύρια ευρώ.

Συνολικά, η φορολογική ζημία που αποδίδεται στο φερόμενο κύκλωμα φτάνει τα 114 εκατομμύρια ευρώ, αναδεικνύοντας την έκταση της υπόθεσης και τον διασυνοριακό χαρακτήρα της δραστηριότητάς του.

Δώδεκα έρευνες σε τέσσερις χώρες – Η συμμετοχή των ελληνικών αρχών

Σε 12 έρευνες σε τέσσερις ευρωπαϊκές χώρες προχώρησαν οι αρμόδιες διωκτικές αρχές, στο πλαίσιο της επιχείρησης για την εξάρθρωση του φερόμενου κυκλώματος διασυνοριακής απάτης ΦΠΑ, με εκτιμώμενη ζημία 114 εκατομμυρίων ευρώ.

Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), οι πέντε συλληφθέντες φέρονται να διαδραμάτιζαν κεντρικό ρόλο στη δημιουργία, την οργάνωση και τη λειτουργία του μηχανισμού μέσω του οποίου πραγματοποιούνταν οι παράνομες συναλλαγές.

Η συντονισμένη επιχείρηση υλοποιήθηκε με τη συνεργασία των αρμόδιων υπηρεσιών της Κύπρου, της Γερμανίας, της Ελλάδας και της Ιταλίας, με τις έρευνες να επικεντρώνονται σε εγκαταστάσεις και άλλους χώρους που σχετίζονται με τους υπόπτους και τις επιχειρήσεις που φέρονται να συμμετείχαν στο δίκτυο.

Κατά τη διάρκεια των ερευνών, οι αρχές προχώρησαν στη δέσμευση ποσών έως 80.000 ευρώ από τραπεζικούς λογαριασμούς, ενώ κατασχέθηκαν επίσης οχήματα και ακίνητα στην Κύπρο, την Ελλάδα και την Ιταλία.

Σημαντική ήταν και η συμμετοχή των ελληνικών διωκτικών υπηρεσιών, οι οποίες συνέδραμαν στη διεθνή επιχείρηση μέσω εξειδικευμένων μονάδων της Ελληνικής Αστυνομίας.

Ειδικότερα, στην έρευνα συμμετείχαν η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης και η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων, που υπάγονται στη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.

Η εμπλοκή των ελληνικών αρχών εντάσσεται στο πλαίσιο της διακρατικής συνεργασίας για την ανίχνευση ύποπτων οικονομικών συναλλαγών, τη διερεύνηση της δραστηριότητας των εμπλεκόμενων εταιρειών και τη συγκέντρωση στοιχείων για τη λειτουργία του φερόμενου κυκλώματος.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην έρευνα συμμετείχαν υπηρεσίες από τέσσερις χώρες.

Στη Γερμανία, καθοριστικό ρόλο είχε η Φορολογική Υπηρεσία του Μπίλεφελντ.

Στην Κύπρο, συμμετείχαν το Τμήμα Φορολογίας, το Γραφείο Εκτέλεσης Ευρωπαϊκών Εντολών Έρευνας και Αιτημάτων Δικαστικής Συνδρομής της Αστυνομίας, η υπηρεσία καταπολέμησης του ηλεκτρονικού εγκλήματος και το Εργαστήριο Δικανικής Ανάλυσης Ψηφιακών Δεδομένων, καθώς και η Μονάδα Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών (ΜΟΚΑΣ).

Από την Ελλάδα συμμετείχαν η Υποδιεύθυνση Ψηφιακής Εγκληματολογικής Έρευνας και Ανάλυσης και η Υποδιεύθυνση Δίωξης Οικονομικών Εγκλημάτων της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος.

Στην Ιταλία, συμμετείχε η Οικονομική Αστυνομία (Guardia di Finanza) και συγκεκριμένα η υπηρεσία του Ντεζεντσάνο ντελ Γκάρντα.